Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Ο Υπουργός Παιδείας και η νέα (;) εθνοκρατική ελληνικότητα ή η ανέλπιστη συμφωνία με τον Αρχιεπίσκοπο

Ο Υπουργός Παιδείας ως φορέας της εξουσίας του κράτους αποφάσισε να ορίσει το περιεχόμενο της ελληνικότητας, το νέο περιεχόμενο της συλλογικής μας ταυτότητας.
Το ενδιάφερον των πολιτικών είναι φυσικά η κρατική εξουσία. Το έθνος είναι μια κατασκευή, λένε.Έτσι νομιμοποιούνται να το φτιάξουν σύμφωνα με το συμφέρον τους!!! Το κράτος λοιπόν είναι αρμόδιο να ορίσει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ελληνικότητας και όχι η κοινωνία. Και οι πολίτες ως άβουλα όντα θα πρέπει να υιοθετήσουν τη νέα ταυτότητα που όρισε ο αφέντης για τους δούλους ή υπηκόοους.
Ποια είναι η νέα (;)μας ταυτότητα;
Ο Υπουργός Παιδείας είναι κατηγορηματικός (4/11/2009) :
«Η ταυτότητά μας είναι αδιαπράγματευτη. Η γλώσσα μας είναι δεδομένη.Και τα δύο βγαίνουν από τον πολιτισμό που οι αρχαίοι Έλληνες έφεραν στην Κύπρο εδώ και 3.500 χρόνια».
Ελληνική λοιπόν σύμφωνα με τον Υπουργό είναι η «πολιτιστική μας ταυτότητα» με κύριο χαρακτηριστικό τη γλώσσα.
Και συμπληρώνει ο κύριος Υπουργός: «Η παιδείας μας δεν μπορεί φυσικά να είναι οτιδήποτε άλλο από ελληνική».
Ο Υπουργός λοιπόν ως φορέας της κρατικής εξουσίας αποφάσισε ότι η παιδεία και η ταυτότητά μας είναι ελληνική. Λέει κάτι σημαντικό; Όχι. Τα ίδια ακριβώς λέει και ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος. Αυτά είναι λόγια του αέρα.

Το ερώτημα λοιπόν είναι : ποιο νέο περιεχόμενο αποδίδει στην ελληνικότητα ο κ. Υπουργός πέρα από κοινοτυπίες;

Δηλώνει ο κ. Υπουργός:
«η παιδεία της Κύπρου μας πρέπει να χαλυβδώσει τη βούλησή μας να ζήσουμε σε ένα πολυπολιτισμικό κράτος, όπου οι δυο κύριες κοινότητες συνεργάζονται γιατί εμπιστεύονται και σέβονται η μια την άλλη...»
Εντάξει, εδώ φαίνεται κάτι που δεν είναι και καινούριο, δηλαδή η πολυπολιτισμικότητα. Το νέο στοιχείο είναι η αντίληψη ότι μέσω της παιδείας θα πρέπει να καλλιεργείται η συνεργασία και ο αλληλοσεβασμός των δύο κοινοτήτων. Ούτε αυτό λέει κάτι σημαντικό γιατί ανεξάρτητα από την εκπαίδευση και με βάση την κοινωνική/πολιτική πραγματικότητα θα διαμορφωθούν οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων.
Την πρόσληψη της ελληνικότητας από την εξουσία συμπληρώνει η αναφορά του κ. Υπουργού(31/1/2009):
«Τα παιδιά μας πρέπει να μπορούν να μιλούν με τον Πλάτωνα, το Σωκράτη, τον Αριστοτελη για τα παντοτινά ερωτήματα της φύσης. Με τον Ηρόδοτο και το Θουκυδίδη για την κατανόηση των δυνάμεων που ωθούν τους ανθρώπους να μεγαλουργήσουν».
Εδώ ταυτίζει ο κ. Υπουργός την ελληνικότητα με τη γνώση κάποιων αρχαίων φιλοσόφων και ιστορικών. Ούτε αυτό είναι κάτι σημαντικό. Και σήμερα μελετούνται στα σχολεία. Και μελετούνται και από Έλληνες και ξένους.Πάλι δε λέει κάτι σημαντικό ο κ. Υπουργός.
Λέει όμως εδώ:
«Οι τρεις ιεράρχες προσφέρουν ένα μοντέλο ζωής που προσδιορίζεται από τον ελληνικό ορθό λόγο, τη χριστιανική αγάπη και αλληλεγγύη, μια θεωρία για μεταλαμπάδευση αυτού του μοντέλου στους νέους.Υπέδειξε ότι η διδασκαλία και το παράδειγμα τους εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα , συμπληρώνοντας ότι «χρειαζόμαστε την αγάπη και την αλληλεγγύη του χριστιανισμού για να διατηρήσουμε την κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη».
Τι μας λέει ο κ. Υπουργός; Ότι η κοινωνική συνοχή, η ενότητα της κοινωνίας, θα επιτευχθεί με την αγάπη και την αλληλεγγύη του χριστιανισμού!!! Πιο συντηρητική και αντιδραστική άποψη δεν έχω ακούσει ούτε από χριστιανοδημοκράτες ή χριστιανοχριστιανούς. Η κοινωνική συνοχή είναι πολιτική έννοια κ. Υπουργέ. Δηλαδή θα μας ταϊζεις μαζί με το Χρσυσόστομο «το όπιο του λαού» και σεις θα νέμεστε την εξουσία ή τη δύναμη και τον πλούτο;
Η ρητορική λοιπόν της εξουσίας για την ελληνικότητα, ο νέος εθνικισμός του Υπουργού Παιδείας που δεν διαφέρει και τόσο από τον παλιό, έχει ένα και μόνο στόχο: με λεκτικές ακροβασίες να νομιμοποιήσει στην εξουσία την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία, να συντηρήσει τον εθνικισμό σύμφωνα με τις επιταγές της εξουσίας και να ενοχοποιήσει και να περιθωριοποιήσει την κοινωνία.
Τι διαφέρει ο παλιός από το νέο εθνικισμό; Είναι διαφορετικοί οι φορείς του και οι νεόκοποι στην εξουσία είναι πάντοτε και πιο φανατικοί. Αλλά θα ξεθυμάνουν γρήγορα.Γιατί; Η κοινωνία έχει άλλα, πιο σοβαρά προβλήματα να ασχοληθεί.
Και για να είμαστε δίκαιοι: σε τι διαφέρουν ο Αρχιεπίσκοπος με τον Υπουργό; Μα στην ιστορία.Εκεί το χάσμα επί του παρόντος είναι αγεφύρωτο. Μπορεί και ως τις ευρωεκλογές. Μετά βλέπουμε. Γιατί είναι στη μέση και ο παράς και η εξουσία.

Και η κοινωνία; Απλώς ο καθένας διαλέγει τον εθνικισμό του!!! Έτσι ή αλλιώς στο περιθώριο θα είναι. Η πιο σημαντική συνεισφορά της κυβέρνησης Χριστόφια στην πολιτική και οικονομική ολιγαρχία είναι πως με προοδευτικό μανδύα κατοχύρωσε πως οι κυριαρχούμενοι θα παραμείνουν κυριαρχούμενοι. Μπράβο τους!!!

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Ο Υπουργός Παιδείας και οι άλλοι ή ο νέος εθνικισμός εναντίον του παλαιού

Ο Υπουργός Παιδείας δήλωνε στην εφημερίδα Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΡΟΣ στις 8/5/2008:
«Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι υπάρχει ένα κεφάλαιο στην ιστορία των δυο λαών που πρέπει να κλείσει.Ενδεχομένως το κυπριακό να είναι η τελευταία εκκρεμότητα της ελληνικής επανάστασης».
Η ανάγνωση αυτής της δήλωσης υποδηλώνει δύο πράγματα: τη βούληση του φορέα της κρατικής εξουσίας να λύσει το κυπριακό και την αντίληψή του ότι η επίλυση συνδέεται με την ιστορία και το έθνος. Αυτή η αναφορά του Υπουργού Παιδείας είναι προβληματική.
Και το πρόβλημα δημιοργείται από τη στιγμή που ο φορέας της εξουσίας συνδέει το στόχο του παρόντος – λύση του κυπριακού – με την αναδόμηση της ιστορίας και την ανανοηματοδότηση του περιεχομένου του έθνους. Είναι πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση γιατί έναν πολιτικό στόχο του παρόντος καλείται να υπηρετήσει η ιστορία και το έθνος. Δηλαδή ο φορέας της εξουσίας προκειμένου – όπως πιστεύει – να προωθήσει τον πολιτικό του στόχο, θεωρεί ότι η ιστορία θα πρέπει να επανεξεταστεί για να υπηρετήσει την όποια συγκυρία και παράλληλα να ορίσει ο ίδιος ως αυθεντικός εκφραστής το περιεχόμενο του έθνους. Σε αυτή την περίπτωση οι πολιτικοί στόχοι του παρόντος μπορούν να προωθηθούν μόνο με τη διαστρέβλωση της ιστορίας και μια νέα τεχνητή κατασκευή του περιεχόμενου του έθνους από το κράτος.!!!
Αυτή ακριβώς η κυρίαρχη λογική καταργεί την ιστορία ως επιστήμη και το έθνος ως συνείδηση της κοινωνίας.
Γι αυτό και στο ερώτημα «πώς θα λύσουμε το κυπριακό», δεν επικεντρωνόμαστε στο είδος της λύσης σήμερα, δηλαδή μια λύση που θα επικεντρώνεται στην δημιουργία του κοινού συμφέροντος όλων των Κυπρίων , κοινό συμφέρον που θα εκφραστεί μέσα από την πολιτεία που θα εγκαθιδρύσουμε. Αυτό επαφίεται να το διερμηνεύσει αυθεντικά ο ηγέτης, ο φορέας της εξουσίας. Η κοινωνία δεν έχει κάποιο ρόλο να διαδραματίσει. Έτσι περιθωριοποιείται και απερίσπαστος ο ηγέτης προωθεί τα όποια σχέδιά του.Στην εμπέδωση αυτής της λογικής οι φορείς της εξουσίας υποβοηθούνται με τη χρήση της ιστορίας και του έθνους, που λειτουργούν αποπροσανατολιστικά .Ποιος είναι ο ρόλος της κοινωνίας λοιπόν;
Ο Υπουργός Παιδείας έχει αναλάβει έναν καθοριστικό ρόλο σε αυτό τον αποπροσανατολισμό οικειοποιούμενος ως φορέας της εξουσίας την ιστορία και το έθνος. Γι αυτό και δηλώνει: «πρέπει λοιπόν αμοιβαία, να υπάρξει αλλάγή στο τρόπο με τον οποίο μιλάμε ο ένας για τον άλλο»και ότι «η παιδεία της Κύπρου μας πρέπει να χαλβδώσει τη βούλησή μας να ζήσουμε σε ένα πολυπολιτισμικό κράτος, όπου οι δυο κύριες κονότητες συνεργάζονται γιατί εμπιστεύονται και σέβονται η μια την άλλη...». Σε αυτή τη διαδικασία εμπλέκεται η αναθεώρηση της ιστορίας με χίλιες δυο αερολογίες και ο επαναπροσδιορισμός του περιεχομένου του έθνους, δηλαδή ποια θα είναι η νέα συλλογική ταυτότητα που θα μας προσδώσουν οι φορείς της εξουσίας στα πλαίσια των νέων αναγκών.
Ο ρόλος της κοινωνίας λοιπόν είναι να αποκτήσει μια νέα ιστορική μνήμη και μια νέα αντίληψη περί ελληνικότητας , να αποκαθαρτεί από τα στοιχεία του παρελθόντος που είναι επιβαρυντικά για τις στοχεύσεις των τωρινών τοπικών και διεθνών ηγεμόνων. Ο ρόλος της κοινωνίας είναι να εκπαιδευτεί σε αυτή την τελική ρύθμιση τω εθνικών/ιστορικών εκκρεμοτήτων.Ουσιαστικά με ένα νέο περίβλημα νομιμοποιείται η εθνοκρατική προσέγγιση της πραγματικότητας.
Αυτή η εθνοκρατική προσέγγιση – δηλαδή το κράτος ταυτίζεται με το πολιτικό σύστημα αλλά και με το έθνος και το έθνος ιστορείται δια του κράτους -, αυτή η συντηρητική και αντιδραστική πρόσληψη της πραγματικότητας διαιωνίζει τη χρήση του έθνους από τους φορείς της εξουσίας του κράτους για να επιτυγχάνουν τους πολιτικούς τους στόχους. Η εθνοκρατική προσέγγιση είτε αρέσει είτε δεν αρέσει σε κάποιους γεννά τους εθνικισμούς. Και
ο Υπουργός Παιδείας με τις διακηρύξεις του ουσιαστικά εν γνώσει ή εν αγνοία του απλώς συμβάλλει στη δημιουργία ενός νέου εθνικισμού.
Έτσι, σύμφωνα με τη βούληση των φορέων της εξουσίας και της δύναμης, προβάλλουν στο κυπριακό πεδίο δύο εθνικισμοί που συγκρούονται με πάθος και καταράζονται ο ένας τον άλλο. Ο παραδοσιακός εθνικισμός που εκφράζεται από τη εκκλησία, το ΔΗΚΟ, την ΕΔΕΚ, το ΕΥΡΩΚΟ και μια μερίδα του ΔΗΣΥ και ο εκσυγχρονιστικός εθνικισμός που εκφράζεται από το ΑΚΕΛ και την ηγεσία του ΔΗΣΥ. Όλοι αυτοί οι φορείς ανταγωνίζονται για τη χρήση του έθνους και της ιστορίας για εξυπηρέτηση των πολιτικών στόχων των φορέων της εξουσίας στον παρόντα χρόνο.
Στην ουσία αυτές οι προσεγγίσεις δεν είναι ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές.Και είναι στον ίδιο βαθμό εθνικιστικές από τη στιγμή που στηρίζονται στην ίδια ακριβώς λογική: το κράτος και οι φορείς του νέμονται και το πολιτικό σύστημα και το έθνος.
Και η κοινωνία; Έχει να επιλέξει ανάμεσα στον παλιό και το νέο εθνικισμό. Το πολιτικό πρόβλημα είναι ότι και με τον ένα και τον άλλο η θέση της δε μεταβάλλεται: ιδιωτεία και περιθώριο!!! Η ελληνοκυπριακή ηγεσία δεν καταθέτει στους πολίτες κάποια πολιτική πρόταση αλλά ούτε και έχει.
Ευτυχώς όμως έχει ο κ. Ταλάτ, ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος μαζί του. Γιατί τουλάχιστον διασώζει την πολιτική μακριά από τις εθνικιστικές κορώνες της ελληνοκυπριακής ηγεσίας, παλαιο – και νεο εθνικιστικής.

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Ιστορία και ελληνικότητα ή η ηδονή της εξαπάτησης

Με αφορμή τις διαμάχες για την ιστορία κατ΄ ανάγκη στο λόγο των φορέων της εξουσίας διείσδυσε και το θέμα της ελληνικότητας. Αυτό ήταν αναμενόμενο γιατί όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν μια κοινή αντίληψη: το κράτος ταυτίζεται με το έθνος, η εξουσία οικειοποιείται το έθνος και το ιστορεί. Έτσι με την επίσημη ιστορία διαμορφώνει στους πολίτες ή εμφυτεύει – έτσι νομίζει - στις «ψυχές και τις συνειδήσεις» τους την εθνική συνείδηση. Δηλαδή μέσω της κρατικής εκπαίδευσης διαμορφώνεται το περιεχόμενο του έθνους. Ή το κράτος κατασκευαζει το έθνος λες και το ένα κρεατομηχανή και το άλλο κεϊμάς. Η αντίληψη αυτή είναι πίστη δεξιών και αριστερών, κεντρώων, παπάδων, ειδικών και ανειδίκευτων. Αυτή είναι η κυρίαρχη αντίληψη της πολιτικής ολιγαρχίας και όσων συναγελάζονται μαζί της.

Οι διαμάχες λοιπόν για την ιστορία και την ελληνικότητα είναι διαμάχες φορέων εξουσίας. Στη βάση των συσχετισμών δύναμης ο κάθε εμπλεκόμενος φορέας προσπαθεί άλλοτε με την αντιπαράθεση και άλλοτε με τη συναίνεση να προωθήσει τις δικές του κατασκευές ή τα δικά του συμφέροντα.

Φυσικά αυτή η προσέγγιση από πολιτική άποψη δεν περιέχει κάτι προοδευτικό. Γιατί όλοι συμφωνούν ότι το κράτος ως κάτοχος της καθολικής πολιτικής αρμοδιότητας θα καθορίσει τη συλλογική ταυτότητα των υπηκόων. Ο ρόλος των υπηκόων και της υπάκουης κοινωνίας είναι απλώς να υιοθετήσει τη συλλογική ταυτότητα που θα εφεύρει η πολιτική ολιγαρχία. Αυτό φυσικά λέγεται πολιτικός ρατσισμός!!!

Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να μιλούμε για τη συλλογική ταυτότητα της κοινωνίας γιατί αρμόδια να την καθορίσει είναι η ίδια η κοινωνία και όχι η κρατική εξουσία. Δε θα μου πει ούτε ο Χρυσόστομος ούτε ο Τσιάκαλος ούτε το ΑΚΕΛ ούτε το ΔΗΣΥ ή το ΔΗΚΟ καιη ΕΔΕΚ ποια είναι η ταυτότητά μου. Ο κάθε πολίτης δικαιούται να προσδίδει όποια ταυτότητα θέλει στον εαυτό του και η κάθε εθνοτική ή πολιτισμική ή γεωγραφική ταυτότητα δικαιούται να διαβουλεύεται και να αποφάσιζει για το περιεχόμενο της όποιας συλλογικότητας. Το κοινό συμφέρον όλων αυτών των συλλογικότητων καθορίζεται από το είδος της πολιτείας, δηλαδή είναι πρόβλημα πολιτικό με την έννοια του πολιτικού συστήματος που θα το εκφράσει και όχι εθνοτικό, όπως προσπαθούν μα μας πείσουν οι ποικιλώνυμοι εξουσιολάγνοι και τα φερέφωνά τους.
Αυτό που στην πράξη γίνεται λοιπόν είναι απλώς μια χρήση της έννοιας του έθνους από τους φορείς της εξουσίας. Αυτή η χρήση του έθνους έχει καθαρά πολιτικό στόχο:να κατοχυρώσει ότι η πολιτική ολιγαρχία θα συνεχίσει να νέμεται την εξουσία και να περιθωριοποιεί την κοινωνία παρουσιαζόμενη ως ο αυθεντικός εκφραστής του έθνους. Η εξουσία λοιπόν στο κράτος και το έθνος στο κράτος και η κοινωνία ιδιωτεύει. Αυτός είναι ο πολιτικός στόχος των ολιγαρχικών που
θεωρούν αντίπαλο την κοινωνία και θα πρέπει να την υποτάξουν στα κελεύσματά τους.

Αυτές οι πραγματικότητες, οι μεταλαμπαδευμένες από τη συντηρητική ή εκσυγχρονιστική σχολή της δύσης, αξίζει να προσεγγιστούν στη βάση δύο άλλων πραγματικοτήτων.

Η πρώτη έχει σχέση με το κυπριακό πρόβλημα και τις προοπτικές επίλυσής του. Αυτή η εθνοκρατική προσέγγιση των φορέων της εξουσίας δε συνάδει με τις ανάγκες ενός πολιτικού συστήματος το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι εθνοκρατικό;Γιατί σε περίπτωση λύσης το πρόβλημα δε θα είναι η εθνική ταυτότητα αλλά η πολιτειακή ταυτότητα. Δηλαδή η σχέση του κάθε πολίτη ανεξάρτητα από εθνοτική καταγωγή με την κεντρική πολιτεία. Το πρόβλημα είναι καθαρά πολιτικό και όχι εθνικό. Ή αν το πούμε διαφορετικά, το πρόβλημα θα είναι η υπέρβαση της εθνοκρατικής προσέγγισης της βιούμενης πραγματικότητας.
Δηλαδή οι φορείς της εξουσίας διαμάχονται με όρους έθνους – κράτους νομίζοντας ότι υποβοηθούν έτσι τη λύση. Την ίδια στιγμή, η προοπτική της όποιας λύσης προϋποθέτει την υπέρβαση αυτής της λογικής με την οποία προσπαθούν να διαποτίσουν την κοινωνία!!! Βασικά οι φορείς της εξουσίας υποσκάπτουν αυτό για το οποίο υποτίθεται ότι αγωνίζοναι,την εξεύρεση λύσης!!!
Η δεύτερη έχει σχέση με την ιστορία και την ελληνικότητα. Δηλαδή η προσπάθεια των φορέων της εξουσίας να ορίσουν το περιεχόμενο του έθνους είτε ως ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, είτε ως την ειρηνική κουλτούρα είτε ως το έθνος της ελληνικής ή της ευρωπαϊκής παιδείας είτε ως το Θουκυδίδη, τον Ηράκλειτο ή τον Επίκουρο είτε ως παράθεση διαλεκτική διαφόρων απόψεων, οτιδήποτε τέλος πάντων. Αυτή η προσέγγιση πώς τεκμηριώνεται μέσα από τη ιστορία του ελληνισμού;
Δηλαδή πόσο ελληνική είναι η άποψη ότι οι φορείς της εξουσίας καθορίζουν το περιεχόμενο του έθνους; Αυτό είναι το πρωτεύον ερώτημα και όχι αν η εξουσία θα αποδώσει το άλφα ή βήτα περιεχόμενο στο έθνος, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι εξουσιολάγνοι.
Μάλλον θα πρέπει σε αυτό το δεύτερο ερώτημα να θεωρήσουμε ότι και οι παραδοσιακοί και οι εκσυγχρονιστές, οι εθνικιστές και ο διεθνιστές είναι ανιστόρητοι. Ή πιο σωστά ουδεμία σχέση έχουν με την ιστορία και την ελληνικότητα και τη βιούμενη πραγματικότητα των Κυπρίων, δηλαδή της κυπριακής κοινωνίας, τουλάχιστον ως το 1960.
Κοντολογής ,κύριοι εξουσιαστές, αφήστε την ιστορία και την ελληνικότητα στην ησυχία τους. Και αφήστε την κοινωνία να προσδώσει όποιο περιεχόμενο θέλει στην πολιτισμική της ταυτότητα. Δε σας αφορά. Και αυτή η πολυπολιτισμική κοινωνία έχει άλλο πρόβλημα με τους φορείς της εξουσίας. Και το πρόβλημα είναι καθαρά πολιτικό, δηλαδή αφορά τη σχέση της σύνολης κοινωνίας με την πολιτική, που επιμένετε να την οκειοποιήστε με διάφορες εθνικιστικές κορώνες άλφα ή βήτα τύπου με ένα και μόνο στόχο: να νέμεστε ανεμπόδιστα τη εξουσία και τον πλούτο και να περιθωριοποιείτε την κοινωνία. Αυτό είναι το πολιτικό πρόβλημα σήμερα και όχι η ιστορία και η ελληνικότητα.
Το συντηρητικό κατεστημένο λοιπόν ανασυγκροτείται με διάφορες κενολόγες συνθηματολογίες με στόχο να εξασφαλίσει την επιβιώσή του. Πωλούν στους πολίτες ιστορία, ελληνικότητα αλλά και ποικιλόμορφο εθνικισμό με κορώνες εκσυγχρονιστικές ή προοδευτικές ή μεταρρυθμισtικές. Το πρόβλημα για τον πολίτη – Ελληνοκύπριο ή Τουρκοκύπριο ή Αρμένιο - είναι άλλο: πώς βελτιώνει την οικονομική και την πολιτική του θέση. Πώς δηλαδή αναπτύσσει την ελευθερία του. Και ένας τρόπος υπάρχει: οι φορείς της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας να παραχωρήσουν μέρος της εξουσίας τους στους πολίτες. Γιατί μόνο με τον περιορισμό της εξουσίας των ιδιοκτητών του πολιτικού και οικονομικού συτήματος θα βελτιωθεί η θέση του πολίτη, δηλαδή θα αναπτύξει την ελευθερία του. Γιατί και το κυπριακό πρόβλημα στην ουσία του είναι θέμα ελευθερίας της σύνολης κοινωνίας. Μιας ελευθερίας που υποσκάπτεται από τους διεθνείς και τοπικούς ηγεμόνες.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

"Τα βρήκαν Υπουργός Παιδείας και Αναστασιάδης στην Ιστορία" ή η ιστορία ως δύναμη

Επιτέλους «τα βρήκαν» κυβέρνηση, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ στο θέμα της Ιστορίας. Επιτέλους θα ησυχάσουμε από τις κενολογίες για την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας!!! Επιτέλους και η ιστορία θα ησυχάσει από την εκπόρνευσή της !!!
Οι φορείς της εξουσίας του κράτους (Υπουργός ) και οι φορείς της πολιτικής δύναμης (ΑΚΕΛ, ΔΗΣΥ ) συναίνεσαν. Η ιστορία πια θα μπει στον ίσιο δρόμο και θα προσαρμοστεί στις ανάγκες των δύο κομμάτων, δηλαδή στην ικανοποίηση των πολιτικών στόχων του παρόντος.
Έγνοια τους μοναδική είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των νέων. Οι νέοι να απελευθερωθούν από τα δεσμά της μονοσήμαντης επίσημης ιστορίας και να απολαύσουν τους καρπούς της δίσημης ιστορίας. Ανοίγονται έτσι νέοι ορίζοντες για το μέλλον. Μέχρι τώρα οι μαθητές μπορούσαν να αμφισβήτησουν την μονόπλευρη επίσημη ιστορία. Τώρα ποια θα μπορούν να επιλέξουν, λες και η ιστορία είναι καταναλωτικό προϊόν σε κάποια υπεραγορά!!!
Φυσικά τα περί κριτικής σκέψης αποτελούν ρητορίες. Κανένα πολιτικό και οικονομικό κατεστήμενο δεν επιθυμεί την κριτική σκέψη των νέων γιατί αυτό στην πράξη σημαίνει αμφισβήτηση του κατεστημένου!!! Το μόνο που μπορούν να περιμένουν οι νέοι είναι μια νέα «ιστορική λοβοτομή».
Τι είναι αυτό που ενώνει τα δύο κόμματα στο ζήτημα της ιστορίας;
Και τα δυο συμφωνούν ότι η ιστορία γράφεται από το κράτος.
Και οι δυο συμφωνούν ότι η ιστορία εξυπηρετεί πρόσκαιρους πολιτικούς στόχους του παρόντος.
Και οι δυο συμφωνούν ότι ως αφέντες έχουν το δικαίωμα να επενεργούν στη συνείδηση των νέων και της κοινωνίας.
Και οι δυο συμφωνούν ότι η διαφύλαξη αυτής της λογικής εξυπηρετεί τα κοινά κομματικά συμφέροντα, δηλαδή τη μονοπώληση της εξουσίας από τους ίδιους.
Και οι δυο συμφωνούν ότι η ιστορία θα πρέπει τώρα να προάγει «την ειρήνη».
Και οι δυο συμφωνούν ότι από κοινού θα επαναπροσδιορίσουν το περιεχόμενο της ελληνικότητας σύμφωνα με τους κομματικούς στόχους. Η έννοια του έθνους συνιστά μια κατασκευή και μπορούν να το «κατασκευάσουν» στα μέτρα τους.
Και οι δυο συμφωνούν ότι ο «αμαθής όχλος» έχει την ευθύνη για τον εθνικισμό και τις ανόσιες εκδηλώσεις του και όχι οι φορείς της εξουσίας που τον εξέθρεψαν και τον συντήρησαν και τον συντηρούν για να νομιμοποιούν την εξουσία τους.
Και οι δυο συμφωνούν ότι υπάρχουν οι κατάλληλοι ειδικοί/ιστορικοί που θα φέρουν σε πέρας τα «νέα θέσφατα», τη νέα εκσυγχρονιστική αποστολή.
Αυτή η προσέγγιση της ιστορίας είναι και συντηρητική και αντιδημοκρατική
. Ουδεμία σχέση με την ιστορική αλήθεια, όπως πανηγυρικά επαγγέλλονται, ούτε και εκφράζει κάποια έγνοια για τους νέους. Αντίθετα, μοναδικός στόχος είναι η υποταγή των νέων και της κοινωνίας στην πολιτική και οικονομική ολιγαρχία μέσα στις νέες συνθήκες. Δηλαδή οι υφιστάμενοι φορείς δύναμης να εξασφαλίσουν τη συντήρησή τους ακόμα μερικές δεκαετίες.
Έτσι γινόταν και προηγουμένως. Όταν μεσουρανούσε το έθνος – κράτος, οι ιστορικοί έθεσαν στη διάθεση των τοπικών ηγεμόνων την «επιστημονική γνώση» και συνέγραψαν την εθνοκρατική – και όχι εθνοκεντρική - ιστορία: το έθνος ιστορείται δια του κράτους. Στς νέες συνθήκες αυτή η ιστορία είναι ξεπερασμένη. Τώρα πια οι νέες ανάγκες των ηγεμόνων – τοπικών κα διεθνών – επιβάλλουν μια διαφορετική νοηματοδότηση του έθνους στα πλαίσια μιας οικουμενικής ειρήνης. Οι ιστορικοί συνέλαβαν εγκαιρως τις νέες ανάγκες των ηγεμόνων και είναι έτοιμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες στους νέους αφέντες με το περίβλημα των ειδικών και των επιστημόνων.
Αν το πούμε διαφορετικά, περνάμε από τη εποχή του ενός κράτους, του ενός έθνους και του ενός «ψέματος» στην εποχή της γενικευμένης «ψευδολογίας», από το «ένα ψέμα της εξουσίας» στο πλουραλιστικό «πολλά ψέματα των εξουσιαστών»!!!
Ο ρόλος των νέων και της κοινωνίας φυσικά και δεν αλλάζει: θα πρέπει να συνεχίσουν να υπηρετούν τους ηγεμόνες, τοπικούς και διεθνείς, αφομοιώνοντας αγόγγυστα τη «νέα ιστορική αλήθεια» των αφεντάδων και των σφογγοκωλάριων τους. Θα έχουν δηλαδή το δικαίωμα να επιλέξουν το «ψέμα» που τους ταιριάζει!!! Δημοκρατικά και ελεύθερα!!!
Εδώ ταιρίαζει και η εξής αναφορά του Ουίνστον Τσώρτσιλ:
«Πιστεύω ότι η ιστορία θα είναι αντικειμενική μαζί μου, γιατί σκοπεύω να τη γράψω ο ίδιος».

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Από την "υπερβολική ελευθερία" στην υπερ-βολική σύγχυση και την εκπαιδευτική απο-ρύθμιση

Κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2008 ένα 34σέλιδο κείμενο από τη Επιστημονική Επιτροπή για τα Αναλυτικά Προγράμματα το οποίο συνιστά « Πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης» και τίτλο «Αναλυτικό πρόγραμμα για τα σχολεία της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας».
Έχω επισημάνει σε προηγούμενη ανάρτηση ότι μια από τις αδυναμίες των κειμένων που κυκλοφορεί η Επιτροπή είναι η χρήση λέξεων που δεν αποκτούν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση, σκόπιμη ή μη.
Για να γίνω πιο κατανοητός θα επικεντρωθώ σε ένα παράδειγμα. Στη σελίδα 3 του κειμένου της Επιστημονικής Επιτροπής αναφέρονται και τα εξής: «...τα νέα αναλυτικά προγράμματα έρχονται να θεμελιώσουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που διασφαλίζει για τους νέους ανθρώπους ....τη διαβίωση τους στη γη των προγόνων σε συνθήκες υπερβολικής ελευθερίας,....».
Δε θα αναφερτώ στη δυνατότητα του υπαρκτού εκπαιδευτικού συστήματος ετερονομίας να «διασφαλίσει» μεγαλύτερη αυτονομία στους νέους!!! Ούτε και αν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να διασφαλίσει «τη διαβίωση στη γη των προγόνων»!!!
Πρώτα θα επικεντρωθώ στον όρο «υπερβολική ελευθερία».Ο όρος είναι αδόκιμος και ασαφής. Τι σημαίνει «υπερβολική ελευθερία»; Το μέτρο σύγκρισης ή αναφοράς ποιο είναι, ώστε να χαρακτηριστεί κάτι ως «υπερβολική ελευθερία»; Και γιατί να επιλέξει κάποιος την υπερβολή και όχι το μέτρο; Σε κάθε περίπτωση η ελευθερία υπάρχει εφόσον βιώνεται. Δεν είναι θέμα ούτε υπερβολής ούτε υστέρησης, αλλά είναι συνυφασμένη με το ανάπτυγμα της ίδιας της κοινωνίας, το υπαρκτό πολιτικό και οικονομικό σύστημα και τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον.
Υποθετικά ας θεωρήσουμε ότι με την αναφορά αυτή οι συντάκτες της υπονοούν ότι οι νέοι στα σχολεία θα είναι πιο ελεύθεροι από ότι σήμερα. Αν η υπόθεση είναι σωστή, τότε τίθεται το ερώτημα: ποια είναι η ελευθερία που σήμερα βιώνουν οι μαθητές στα σχολεία και η οποία αναμένεται να ενισχυθεί με νέα βιώματα ελευθερίας;
Στο ατομικό επίπεδο
οι νέοι απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα των πολιτών. Στο χώρο του σχολείου αυτά τα δικαιώματα περιορίζονται στο θέμα της εμφάνισης. Αν και άπτεται της ατομικής ελευθερίας, το εκπαιδευτικό σύστημα θέτει περιορισμούς στους μαθητές για τη στολή και την εμφάνιση.
Στο κοινωνικό επίπεδο, εκεί που συνάπτονται συμβάσεις με τα άλλα μέλη της κοινωνίας, τυπικά οι μαθητές τυγχάνουν της μεταχείρισης που τυγχάνουν και οι πολίτες ως εργαζόμενοι. Δηλαδή το σχολείο ως χώρος εργασίας των μαθητών αναπαράγει τη λογική της εργασίας στην κοινωνία. Δηλαδή τυπικά βρίσκονται σε σχέση εξαρτημένης εργασίας και δεν απολαμβάνουν καμίας ελευθερίας. Υπάρχουν απλώς κάποιες ασφαλιστικές δικλείδες για να μην πληγεί η ατομική ελευθερία και περιπέσουν οι μαθητές στην κατάσταση δουλείας. Δηλαδή στη διαδικασία της μάθησης είναι πλήρως ετεροκαθορισμένοι από το Υπουργείο, τις διευθύνσεις και τους εκπαιδευτικούς. Η αμοιβή τους είναι συνδεδεμένη με την αποδοτικότητά τους, αλλά αντί για λέφτα παίρνουν βαθμούς. Φυσικά οι μαθητές πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό να υπάρχει ένα ελάχιστο αμοιβής – όπως στην κοινωνία ο κατώτατος μισθός – και σπανίως κάποιος μένει στάσιμος ειδικά στο λύκειο. Ακόμα θεωρώντας βάναυση την υφιστάμενη σχέση εξάρτησης την κατέστησαν λιγότερο επώδυνη αξιοποιώντας στο έπακρο τα «εργασιακά» τους δικαιώματα: συνεχώς αυξάνεται ο αριθμός των απουσιών των μαθητών από την εργασία μετατρέποντας σε δικαίωμα τη χρήση του ανώτατου αριθμού δικαιολογημένων και αδικαιολόγητων απουσιών. Δηλαδή οι μαθητές ως εργαζόμενοι απορρίπτουν την εξαρτημένη εργασία/μάθηση και προσπαθούν να εργαζόνται/εξαρτώνται όσο το δυνατό λιγότερο!!!
Από την άλλη το σύστημα επιτρέπει στον κάθε μαθητή στο λύκειο να επιλέγει μαθήματα σύμφωνα με την κλίση, τις ικανότητες ή το συμφέρον του και να μη βιώνει την αποτυχία ή το στιγματισμό εξαιτίας ενός «βίαιου διαχωρισμού» που επιβάλλει το σύστημα, όπως παλαιότερα με τους συνδυασμούς μαθημάτων, για να εξυπηρετηθεί το οικονομικό σύστημα.
Στο πολιτικό επίπεδο δεν απολαμβάνουν καμίας ελευθερίας, όπως και η κοινωνία ετεροκαθορίζονται. Απλώς έχουν το δικαίωμα της ψήφου με την έννοια ότι εκπαιδεύονται να εκχωρούν το πολιτικό δικαίωμα σε κάποιον άλλο και οι ίδιοι να ιδιωτεύουν. Μαθαίνουν τη διαμεσολάβηση όπως ακριβώς στην κοινωνία επιβάλλεται η διαμεσολάβηση των κομμάτων/οργανώσεων.
Όταν η Επιστημονική Επιτροπή αναφέρει ότι στοχεύει στην «υπερβολική ελευθερία», τι εννοεί; Τι επιπλέον θα βιώσουν οι μαθητές ως ελεύθερες οντότητες που δε βιώνουν σήμερα; Από την απάντηση θα εξαρτηθεί και η υποστήριξη ή μη των θέσεων της Επιτροπής. Γιατί αν μείνει αδιευκρίνιστη, τότε αυτοί θα προσδώσουν εκ των υστέρων όποιο περιεχόμενο θέλουν. Και υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος τη δουλεία να την ονομάσουν ελευθερία!!!