Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009
Η σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου και το κατεστημένο
«Αξίζουν συγχαρητήρια στη Σύγκλητο, που με την απόφαση της περασμένης Τετάρτης έδωσε στα κόμματα και τους διάφορους πολιτικάντηδές μας το μάθημα που τους άξιζε».
Έτσι είναι τα πράγματα;
1.Με τη θέση του Πανεπιστημίου για εισαγωγή φοιτητών με GCE συμφώνησαν το ΑΚΕΛ , το ΔΗΣΥ και η κυβέρνηση. Η διαφορά τους –πραγματική ή φανταστική -δεν ήταν επί της ουσίας αλλά επί της διαδιακασίας. Από τη μια η Σύγκλητος ήθελε εισαγωγή «εδώ και τώρα» , ενώ τα κόμματα ήθελαν μια μεθόδευση σε βάθος χρόνου ώστε να καταλαγιάσουν οι εσωτερικές αντιδράσεις που αντιμετώπιζαν. Η απόφαση λοιπόν της Συγκλήτου δεν «έδωσε κανένα μάθημα στα κόμματα» γιατί έχουν κοινές θέσεις και στοχεύσεις.
Αντίθετα, με τις μεθοδεύσεις των κομμάτων και της Συγκλήτου αυτός που παίρνει ένα μάθημα είναι η ΟΕΛΜΕΚ. Γιατί ουσιαστικά όλες οι μεθοδεύσεις στοχεύουν στο τέλος να παρακάμψουν τις ενστάσεις της.
2.Ολόκληρο το πανεπιστημιακό σύστημα είναι με τέτοιο τρόπο δομημένο ώστε οι φορείς του αλλά και η λειτουργία του να εξαρτημένες από το κόμμα ή τη συναλλαγή με το κόμμα: διοίκηση, συλλογικά όργανα, εκλογές καθηγητών, φοιτητικές οργανώσεις. Το πανεπιστήμιο λοιπόν λειτουργεί ως μηχανισμός χειραγώγησης των πολιτών και προαγωγής του κομματικού συμφέροντος. Και είναι αστείο κάποιος να φαντάζεται ότι΄"έδωσε μάθημα στα κόμματα".
3.Το Πανεπιστήμιο από τη στιγμή που δεν προωθεί το κοινωνικό συμφέρον είναι φυσικό να γίνεται έρμαιο αλλότριων συμφερόντων. Σε αυτά τα πλαίσια οι καθηγητές εντάσσονται σε ομάδες και ομαδούλες για να προωθήσουν ίδια ή φίλια ή κομματικά συμφέροντα ή και ιδεολογικές στοχεύσεις. Και είναι αστείο να υποστηρίζει κάποιος ότι αυτοί που ιδοποιούνται το πανεπιστήμιο, θα στραφούν εναντίον του συστήματος που τους συντηρεί!!!
Το Πανεπίστημιο Κύπρου λοιπόν δεν ήλθε σε ρήξη με τα κόμματα. Το αντίθετο, είναι κομματικό φερέφωνο και τις κομματικές στοχεύσεις προωθεί. Έχει πια ωριμάσει και η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία μπορεί να το εμπιστευθεί ώστε να καταστεί συν-ιδιοκτήτης της κοινωνίας.
Όσοι λοιπόν βλέπουν στο Πανεπιστήμιο Κύπρου ένα φορέα που έρχεται σε σύγκρουση με το κατεστήμενο είναι αφελείς. Γιατί δίπλα στο πολιτικό και οικονομικό κατεστήμενο υπάρχει και το πνευματικό κατεστήμενο του Πανεπιστημίου, του οποίου ο ρόλος είναι συμπληρωματικός και υποβοηθητικός της πολιτικής και οικονομικής τάξης στην προσπάθεια για χειραγώγηση της κοινωνίας.
Γι αυτό και στο θέμα των GCE οι πανεπιστημιακοί δεν προέβαλαν προς την κοινωνία το επιχείρημα και τον ορθό λόγο, όπως θα άρμοζε σε ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα, αλλά συμπεριφέρθηκαν ως πολιτικάντηδες, ως γνήσια τέκνα των κομματικών τους προϊσταμένων.
Οι προσεγγίσεις λοιπόν του κ. Γ. Χαραλάμπους δεν εδράζονται σε κάποια προσέγγιση της πραγματικότητας, αλλά αναπαράγουν με τον πιο αυθεντικό τρόπο αυτό το οποίο κατηγορεί, δηλαδή το κομματικό συμφέρον και τους πολιτικάντηδες. Είναι μια σύνηθης ολιγαρχική μέθοδος. Μια μέθοδος εξαπάτησης και υποταγής της κοινωνίας σε αυτούς οι οποίοι την εκμεταλλεύονται ξεδιάντροπα.
Τρίτη 7 Απριλίου 2009
ΜΜΕ και πολιτική ή περί της βίας στα σχολεία
Απαιτείται πρωταρχικά να διερευνήσουμε κάποια άλλα ερωτήματα.
Ποιος ο ρόλος των ΜΜΕ; Στο όνομα της ενημέρωσης και του ελέγχου της κρατικής εξουσίας αυτο-αναγορεύθηκαν σε τέταρτη εξουσία. Ουσιαστικά οικειοποιήθηκαν αθέσμιτα μέρος της πολιτικής από το κράτος. Και απέκτησαν πολιτική δύναμη σε βάρος της κοινωνίας με την έννοια ότι σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν τα ίδια τη θεματολογία της πολιτικής αλλά και τα πρόσωπα-πολιτικούς που θα διαχειριστούν τα θέματα. Διαφορετικά, τα πολιτικά πρόσωπα έγιναν πελάτες των ΜΜΕ.
Τα ΜΜΕ όμως δεν είναι κάτι γενικό και αόριστο.Τα ΜΜΕ έχουν ιδιοκτήτες και σε αυτής ανήκει η πολιτική δύναμη. Με αυτούς διαπλέκονται τα κόμματα και οι πολιτικοί και καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις όχι με βάση το συμφέρον της κοινωνίας αλλά το ίδιον συμφέρον.
Και ουσιαστικά, όντας ιδιωτικοί φορείς, δεν ασκείται κανένας έλεγχος από την κοινωνία. Έτσι έχουν τη δυνατότητα να αυθαιρετούν σε βάρος της σε μεγαλύτερο βαθμό απ΄ ότι οι πολιτικοί. Διαφορετικά μπορούμε να πούμε ότι η κοινωνία σήμερα κατέχεται από τα κόμματα, τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ και τους ιδιοκτήτες του ιδιωτικού κεφαλαίου.
Όταν λοιπόν οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ προβάλλουν μονοσήμαντα τα φαινόμενα σχολικής βίας σημαίνει ότι ευνοούν την ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών μέσα στα σχολεία. Και η δημοσιοποίηση περιστατικών βίας απλώς είναι ένας μηχανισμός άσκησης πίεσης επί των φορέων της εξουσίας για να κινηθούν προς την κατεύθυνση που επιθυμούν οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ.
Φυσικά η στάση των ιδιοκτητών των ΜΜΕ είναι υποκριτική. Γιατί ουδόλως τους απασχολεί αν τα προγράμματά τους καλλιεργούν τη βία. Και ουδόλως διανοούνται να υποβάλουν εισηγήσεις εναντίον τους.
Και φυσικά ουδόλως τους απασχολεί το γενικότερο φαινόμενο της δικής του ανομίας και βίας με την έννοια ότι δεν ασκείται επί των ιδίων κανένας κοινωνικός έλεγχος και πράττουν κατά το δοκούν στο όνομα της δήθεν ελευθερίας του τύπου. Ή διαφορετικά η βία των ΜΜΕ είναι «ελευθερία» και η βία των μαθητών είναι παράπτωμα και πρέπει να κατασταλεί!!!
Σε αυτά τα πλαίσια το Υπουργείο Παιδείας -δέκτης της πίεσης των ιδιοκτητών των ΜΜΕ- δεν προλαβαίνει να εξαγγέλλει μέτρα αντιμετώπισης και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκάλεσε εκτάκτως σύσκεψη όλων των εμπλεκόμενων φορέων του κράτους για συζήτηση του θέματος.
Έτσι διαμορφώνεται ένα κλίμα ενίσχυσης της καταστολής για ένα πρόβλημα το οποίο δεν έτυχε καμίας ερευνητικής προσέγγισης. Το Υπουργείο δε διερευνά ούτε και έχει χαράξει κάποια στρατηγική, η κοινωνία μένει με την εντύπωση που καλλιεργούν τα ΜΜΕ, ότι δηλαδή «χανόμαστε».
Στα σχολεία λοιπόν σήμερα δεν υπάρχει πρόβλημα βίας ειδικά. Υπάρχει πρόβλημα ανομίας. Ένα πρόβλημα που χαρακτηρίζει ολόκληρη την κοινωνία και για το οποίο δεν έχουν δοθεί πολιτικές απαντήσεις. Η ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών απλώς υποδηλώνει αδυναμία αναζήτησης των αιτίων του προβλήματος και χάραξης πολιτικής. Ή διαφορετικά ευνοεί τη συντήρηση της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων προς όφελος της πολιτικής – οικονομικής – επικοινωνιακής ολιγαρχία των ΜΜΕ και σε βάρος των πολιτών.
Η απάντηση λοιπόν στα προβλήματα της νεανικής παραβατικότητας είναι η ενίσχυση του παιδαγωγικού ρόλου του σχολείου –σε ατομικό,κοινωνικό,πολιτικό επίπεδο – και όχι η ενίσχυση της καταστολής που επιθυμούν οι εξουσιολάγνοι. Γιατί η ενίσχυση της καταστολής σε βάρος των κυριαρχούμενων έχει ένα και μόνο στόχο, τη διαφύλαξη των προνομίων των κυρίαρχων σε βάροςτων κυριαρχούμενων στην παρούσα συγκυρία.
Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008
Ο δημόσιος καταγγελτικός λόγος του Προέδρου της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής Ν. Τορναρίτη
Αφού λοιπόν εκθέτει τη νέα πραγματικότητα που δημιουργήθηκε στην Κύπρο την τελευταία δεκαετία, στη συνέχεια καταγγέλλει την κυβέρνηση «γιατί δεν έχει διαμορφώσει ακόμα μια ολοκληρωμένη μεταναστευτική πολιτική». Και στη συνέχεια τονίζει «ότι ως συντεταγμένη πολιτεία και πρωτίστως η κυβέρνηση και η βουλή, έχουμε ευθύνη να κοιτάξουμε με εντελώς νέο φακό το νέο πλαίσιο που μας περιβάλλει». Καταλήγει με την εισήγηση ότι τα αλλόγλωσσα παιδιά «πρέπει να μετέχουν στο εκπαιδευτικό μας σύστημα».
Ποια είναι η πολιτική διάσταση του κειμένου του κ. Τορναρίτη;
Μα ο δημόσιος καταγγελτικός του λόγος λές και ο ίδιος δε μετέχει της εξουσίας ή το κόμμα του δεν έχει ρόλο και λόγο στη χάραξη πολιτικής!!!
Γιατί λοιπόν καταγγέλλει δημόσια το πρόβλημα; Γιατί ο δημόσιος καταγγελτικός λόγος δημιουργεί ένα πλέγμα ασφαλείας για τον πολιτικό και διαφοροποιεί τη θέση του από το πρόβλημα, ώστε να αποσείσει και τη σχετική πολιτική ευθύνη!!! Δηλαδή ο δημόσιος καταγγελτικός λόγος από τους φορείς της εξουσίας του κράτους – που καθημερινά αυξάνεται και πληθύνεται – συνιστά απλώς ενδείκτη υποκρισίας, ανέξοδη πολιτική ρητορική και μέσο διαφυγής από την πολιτική αφάνεια.
Τέτοιες λοιπόν προσεγγίσεις από τους φορείς της κρατικής εξουσίας, όπως αυτή του κ. Τορναρίτη εξώφθαλμα επιχειρούν να αποποιηθούν και την προσωπική και την κομματική και τη συλλογική ευθύνη τους. Αλλά έχουν και ένα πρόσθετο ενδιαφέρον. Με το δημόσιο καταγγελτικό λόγο απευθύνονται στην κοινωνία. Οι ίδιοι λες και δεν είναι οι φορείς της εξουσίας, απλώς εισηγούνται στην κοινωνία λες και αυτή έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει!!! Είναι ευθύνη της κοινωνίας ή της πολιτικής ηγεσίας να ενταχθούν τα αλλόγλωσσα παιδιά στο εκπαιδευτικό σύστημα;
Με τέτοια τεχνάσματα οι φορείς της κρατικής εξουσίας ουσιαστικά επιδιώκουν ταυτόχρονα να μετακυλίσουν τις ευθύνες στην κοινωνία, να την ενοχοποιήσουν λες και η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος επαφίεται στην αυτοσυνειδησία της κοινωνίας. Και φυσικά προσδοκούν να τους αποδώσουν τα εύσημα: «Ο Τορναρίτης τα λέει ωραία»!!! Και να υφαρπάξουν κανένα ψήφο.
Θεωρώ λοιπόν το δημόσιο καταγγελτικό λόγο του κ. Τορναρίτη –και του κάθε Τορναρίτη – ώς απλή ρητορία για λαϊκή κατανάλωση. Και καταγγέλλω τον κ. Τορναρίτη – και τον κάθε Τορναρίτη- για την πολιτική ευθύνη που έχει ο ίδιος, το κόμμα του και η βουλή για τη μη αντιμετώπιση του προβλήματος που εκθέτει. Οι πολιτικοί έχουν την ευθύνη να παράγουν πολιτική και γι αυτό αδροπληρώνονται από τους πολίτες. Δεν πληρώνοναι για να γράφουν εκθέσεις ιδεών στις εφημερίδες για τα προβλήματα που δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν,ενώ είχαν την πολιτική ευθύνη!!!
Κυριακή 22 Ιουνίου 2008
Η ένταξη των παιδιών με ειδικές ανάγκες στα σχολεία, τα ΜΜΕ και η ...λήθη
Μ ε αφορμή τη δήθεν στασιμότητα κάποιων παιδιών με ειδικές ανάγκες, τα ΜΜΕ βρήκαν την ευκαιρία να ανασύρουν στην επιφάνεια τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους και να κακίσουν τους σκληρούς και άκαρδους εκπαιδευτικούς!!!
Φυσικά το δημοσίευμα είναι παραπλανητικό. Στο Γυμνάσιο δεν υπάρχει στασιμότητα. Παραπέμπονται οι μαθητές σε ανεξετάσεις το Σεπτέμβριο μόνο για ελλιπή φοίτηση.
Ανεξάρτητα από την παραπληρόφορηση είναι ενδιαφέρουσες οι αντιδράσεις διαφόρων φορέων για το θέμα.
Οι ειδικοί (Πανεπιστήμιο, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ) υποστηρίζουν ότι η ένταξη των παιδιών είναι προβληματική.
Το Υπουργείο επισημαίνει τις αδυναμίες του νόμου και προβάλλει τις δαπάνες του κράτους για την ειδική αγωγή: 7000000 ευρώ!!!
Όταν το 2001 η Βουλή ψήφιζε τους κανονισμούς για την εφαρμογή του νόμου περί ειδικής αγωγής του 1999, μετρούσαν όχι το όφελος των παιδιών. Άλλοι επικεντρώνονταν στο πολιτικό όφελος, άλλοι στην είδηση και άλλοι στο προσωπικό όφελος. Έκλειναν τα αυτιά τους και προχωρούσαν όλοι μαζί: ΜΜΕ, Υπουργείο, κόμματα, ειδικοί, ενδιαφερομένοι.
Το 2001 στη Βουλή το μοναδικό οργανωμένο σύνολο που αντέδρασε όχι στην ένταξη άλλα στο θεσμικό πλαίσιο της ένταξης είναι η ΟΕΛΜΕΚ.Τότε επισημάνθηκε από την ΟΕΛΜΕΚ ότι
το θεσμικό πλαίσιο των κανονισμών ήταν ξεπερασμένο κατά 20 -30 χρόνια,
εισήγαγε ένα πιο εξευγενισμένο τρόπο αποκλεισμού των παιδιών,
κερδισμένοι θα ήταν οι διάφορες επαγγελματικές ομάδες και όχι τα παιδιά,
κατοχύρωνε τα συμφέροντα των γραφειοκρατών του Υπουργείου με τη δημιουργία μιας παράλληλης βαθμίδας εκπαίδευσης,
ενίσχυε τη γραφειοκρατία και το διοικητισμό σε βάρος της παιδαγωγικής,
ενίσχυε το στιγματισμό και τον αποκλεισμό.
Ακόμα είχε επισημανθεί ότι οι κανονισμοί εκμηδενίζουν το ρόλο των εκπαιδευτικών και της σχολικής μονάδας στη διαδικασία ένταξης όλων των παιδιών στο σχολείο.
Αφού λοιπόν εκμηδένισαν τον παιδαγωγικό ρόλο των εκπαιδευτικών , τώρα κάποια ΜΜΕ προσπαθούν επιπλέον να τους ενοχοποιήσουν γιατί κάποια παιδιά έμειναν στάσιμα!!! Το τρισάθλιο σύστημα ειδικής αγωγής αθωώνεται, όπως και οι συντηρητές του στα ΜΜΕ. Φταίνε , λένε, οι εκπαιδευτικοί γιατί εφαρμόζουν τους νόμους. Τι θα εφαρμόζουν οι εκπαιδευτικοί; Τις εντολές των ΜΜΕ ή του κάθε λαϊκιστή;
Και αν οι νόμοι είναι απάνθρωποι γιατί οι αρμόδιοι δεν τους αλλάζουν; Για να μπορούν να ενοχοποιούν τους εκπαιδευτικούς;
Είναι φανερό ότι κάποιοι, όπως λέει και ο Θουκυδίδης, «με ωραία και πρεπούμενα λόγια προσπαθούν να σκεπάσουν ανόσιες πράξεις».