Ο Υπουργός Παιδείας δήλωνε στην εφημερίδα Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΡΟΣ στις 8/5/2008:
«Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι υπάρχει ένα κεφάλαιο στην ιστορία των δυο λαών που πρέπει να κλείσει.Ενδεχομένως το κυπριακό να είναι η τελευταία εκκρεμότητα της ελληνικής επανάστασης».
Η ανάγνωση αυτής της δήλωσης υποδηλώνει δύο πράγματα: τη βούληση του φορέα της κρατικής εξουσίας να λύσει το κυπριακό και την αντίληψή του ότι η επίλυση συνδέεται με την ιστορία και το έθνος. Αυτή η αναφορά του Υπουργού Παιδείας είναι προβληματική.
Και το πρόβλημα δημιοργείται από τη στιγμή που ο φορέας της εξουσίας συνδέει το στόχο του παρόντος – λύση του κυπριακού – με την αναδόμηση της ιστορίας και την ανανοηματοδότηση του περιεχομένου του έθνους. Είναι πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση γιατί έναν πολιτικό στόχο του παρόντος καλείται να υπηρετήσει η ιστορία και το έθνος. Δηλαδή ο φορέας της εξουσίας προκειμένου – όπως πιστεύει – να προωθήσει τον πολιτικό του στόχο, θεωρεί ότι η ιστορία θα πρέπει να επανεξεταστεί για να υπηρετήσει την όποια συγκυρία και παράλληλα να ορίσει ο ίδιος ως αυθεντικός εκφραστής το περιεχόμενο του έθνους. Σε αυτή την περίπτωση οι πολιτικοί στόχοι του παρόντος μπορούν να προωθηθούν μόνο με τη διαστρέβλωση της ιστορίας και μια νέα τεχνητή κατασκευή του περιεχόμενου του έθνους από το κράτος.!!! Αυτή ακριβώς η κυρίαρχη λογική καταργεί την ιστορία ως επιστήμη και το έθνος ως συνείδηση της κοινωνίας.
Γι αυτό και στο ερώτημα «πώς θα λύσουμε το κυπριακό», δεν επικεντρωνόμαστε στο είδος της λύσης σήμερα, δηλαδή μια λύση που θα επικεντρώνεται στην δημιουργία του κοινού συμφέροντος όλων των Κυπρίων , κοινό συμφέρον που θα εκφραστεί μέσα από την πολιτεία που θα εγκαθιδρύσουμε. Αυτό επαφίεται να το διερμηνεύσει αυθεντικά ο ηγέτης, ο φορέας της εξουσίας. Η κοινωνία δεν έχει κάποιο ρόλο να διαδραματίσει. Έτσι περιθωριοποιείται και απερίσπαστος ο ηγέτης προωθεί τα όποια σχέδιά του.Στην εμπέδωση αυτής της λογικής οι φορείς της εξουσίας υποβοηθούνται με τη χρήση της ιστορίας και του έθνους, που λειτουργούν αποπροσανατολιστικά .Ποιος είναι ο ρόλος της κοινωνίας λοιπόν;
Ο Υπουργός Παιδείας έχει αναλάβει έναν καθοριστικό ρόλο σε αυτό τον αποπροσανατολισμό οικειοποιούμενος ως φορέας της εξουσίας την ιστορία και το έθνος. Γι αυτό και δηλώνει: «πρέπει λοιπόν αμοιβαία, να υπάρξει αλλάγή στο τρόπο με τον οποίο μιλάμε ο ένας για τον άλλο»και ότι «η παιδεία της Κύπρου μας πρέπει να χαλβδώσει τη βούλησή μας να ζήσουμε σε ένα πολυπολιτισμικό κράτος, όπου οι δυο κύριες κονότητες συνεργάζονται γιατί εμπιστεύονται και σέβονται η μια την άλλη...». Σε αυτή τη διαδικασία εμπλέκεται η αναθεώρηση της ιστορίας με χίλιες δυο αερολογίες και ο επαναπροσδιορισμός του περιεχομένου του έθνους, δηλαδή ποια θα είναι η νέα συλλογική ταυτότητα που θα μας προσδώσουν οι φορείς της εξουσίας στα πλαίσια των νέων αναγκών.
Ο ρόλος της κοινωνίας λοιπόν είναι να αποκτήσει μια νέα ιστορική μνήμη και μια νέα αντίληψη περί ελληνικότητας , να αποκαθαρτεί από τα στοιχεία του παρελθόντος που είναι επιβαρυντικά για τις στοχεύσεις των τωρινών τοπικών και διεθνών ηγεμόνων. Ο ρόλος της κοινωνίας είναι να εκπαιδευτεί σε αυτή την τελική ρύθμιση τω εθνικών/ιστορικών εκκρεμοτήτων.Ουσιαστικά με ένα νέο περίβλημα νομιμοποιείται η εθνοκρατική προσέγγιση της πραγματικότητας.
Αυτή η εθνοκρατική προσέγγιση – δηλαδή το κράτος ταυτίζεται με το πολιτικό σύστημα αλλά και με το έθνος και το έθνος ιστορείται δια του κράτους -, αυτή η συντηρητική και αντιδραστική πρόσληψη της πραγματικότητας διαιωνίζει τη χρήση του έθνους από τους φορείς της εξουσίας του κράτους για να επιτυγχάνουν τους πολιτικούς τους στόχους. Η εθνοκρατική προσέγγιση είτε αρέσει είτε δεν αρέσει σε κάποιους γεννά τους εθνικισμούς. Και ο Υπουργός Παιδείας με τις διακηρύξεις του ουσιαστικά εν γνώσει ή εν αγνοία του απλώς συμβάλλει στη δημιουργία ενός νέου εθνικισμού.
Έτσι, σύμφωνα με τη βούληση των φορέων της εξουσίας και της δύναμης, προβάλλουν στο κυπριακό πεδίο δύο εθνικισμοί που συγκρούονται με πάθος και καταράζονται ο ένας τον άλλο. Ο παραδοσιακός εθνικισμός που εκφράζεται από τη εκκλησία, το ΔΗΚΟ, την ΕΔΕΚ, το ΕΥΡΩΚΟ και μια μερίδα του ΔΗΣΥ και ο εκσυγχρονιστικός εθνικισμός που εκφράζεται από το ΑΚΕΛ και την ηγεσία του ΔΗΣΥ. Όλοι αυτοί οι φορείς ανταγωνίζονται για τη χρήση του έθνους και της ιστορίας για εξυπηρέτηση των πολιτικών στόχων των φορέων της εξουσίας στον παρόντα χρόνο.
Στην ουσία αυτές οι προσεγγίσεις δεν είναι ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές.Και είναι στον ίδιο βαθμό εθνικιστικές από τη στιγμή που στηρίζονται στην ίδια ακριβώς λογική: το κράτος και οι φορείς του νέμονται και το πολιτικό σύστημα και το έθνος.
Και η κοινωνία; Έχει να επιλέξει ανάμεσα στον παλιό και το νέο εθνικισμό. Το πολιτικό πρόβλημα είναι ότι και με τον ένα και τον άλλο η θέση της δε μεταβάλλεται: ιδιωτεία και περιθώριο!!! Η ελληνοκυπριακή ηγεσία δεν καταθέτει στους πολίτες κάποια πολιτική πρόταση αλλά ούτε και έχει.
Ευτυχώς όμως έχει ο κ. Ταλάτ, ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος μαζί του. Γιατί τουλάχιστον διασώζει την πολιτική μακριά από τις εθνικιστικές κορώνες της ελληνοκυπριακής ηγεσίας, παλαιο – και νεο εθνικιστικής.
ΟΙ ΛΟΜΠΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΚΠΟΡΝΕΥΣΕΙΣ
Πριν από 2 ημέρες