Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Πανεπιστήμιο: αυτο-ρύθμιση και ετερο-ρύθμιση ή περί της δικής τους ελευθερίας και της δικής μας υποταγής

Το αφηρημένο
Η έννοια της αυτορύθμισης είναι πολυσήμαντη. Ο άνθρωπος μπορεί να αυτο- ρυθμίζεται ή να ετερο-ρυθμίζεται. Ένα πράγμα είναι να αποφασίζεις ο ίδος γαι τον εαυτό σου και άλλο πράγμα να αποφασίζουν κάποιοι τρίτοι για σένα. Ο άνθρωπος αγωνίζεται για να διευρύνει την αυτονομία του σε βάρος των ετερό-νομων μηχανισμών πο τον καταδυναστεύουν. Αυτορύθμιση, αυτονομία είναι συνώνυμα της ελευθερίας , μιας ελευθερίας που αντιμάχεται κάθε εξάρτηση ή δουλεία. Όλα αυτά σε θεωρητικό επίπεδο.
Με την παγκοσμιοποίηση λοιπόν εισήλθαν στο λεξιλόγιό μας πολλές εύηχες λέξεις: αυτονομία, διαφορετικότητα, πολυπολιτισμικότητα, ειρήνη κλπ..Όλες αυτές οι λέξεις για να γίνουν κατανοητές πρέπει να ενταχθούν στο συγκεκριμένο περιβάλλον: ποιοι τις επικαλούνται, γιατί τις επικαλούνται, ποιο περιεχόμενο τους αποδίδουν.Διαφορετικά τις επικαλείσαι ως κράχτης κάποιων τρίτων ή γίνεσαι φερέφωνο του ισχυρού.

Το συγκεκριμένο
Η αρχή της αυτορύθμισης εισήχθηκε από τους φορείς της οικονομίας στα πλαίσια της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης. Ουσιαστικά οι οικονομικοί φορείς επεζήτησαν και πέτυχαν να αποδεσμευτούν από τον κρατικό έλεγχο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επέβαλαν την ηγεμονία τους επί του κράτους και διακήρυτταν ότι οι ίδιοι μπορούν να εκφράσουν το συμφέρον της κοινωνίας ή πως ότι είναι συμφέρον για την αγορά είναι και για την κοινωνία.
Στην πράξη αυτό σήμαινε ότι οι νόμοι της αγοράς τοποθετήθηκαν υπεράνω των νόμων του κράτους. Και υιοθέτησαν νέες προσεγγίσεις της πολιτικής –διακυβέρνηση, κοινωνία των πολιτών – που ουσιαστικά επιβεβαιώνουν την επιβολή της αγοράς επί του κράτους.
Η αποδυνάμωση του κράτους στο νέο περιβάλλον από τις δυνάμεις της αγοράς ουσιαστικά διαφοροποίησε και τη λειτουργία των κομμάτων ως φορέων της πολιτικής. Υιοθέτησαν και αυτά την αρχή της αυτορύθμισης στα πλαίσια μιας πολιτικής αγοράς που λειτουργεί με τους νόμους της οικονομικής αγοράς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της υιοθέτησης της λογικής της αυτορύθμισης των κομμάτων αποτελεί η άρνησή τους να δεχθούν έλεγχο των οικονομικών τους ούτε καν για την κρατική χορηγία. Το επιχείρημα που προβάλλουν είναι πως τα κόμματα έχουν δικαίωμα να αυτορυθμίζονται.
Η πολιτική και η οικονομική ολιγαρχία λοιπόν επιζητούν την αποδεσμευσή τους από τους περιορισμούς των νόμων του κράτους και επιδιώκουν την αυτορύθμισή τους. Στην πράξη επιλέγουν να λειτουργούν με βάση τους συσχετισμούς δύναμης Και όχι με βάση την εξουσία του κράτους.
Σε αυτά τα πλαίσια και «η πνευματική ολιγαρχία» επιδιώκει την αυτορύθμισή της στα πλαίσια μιας εκπαιδευτικής αγοράς με βάση τους νόμους της οικονομικής και πολιτικής αγοράς.
Η αυτορύθμιση του πανεπιστημίου υποδηλώνει και την αποδέσμευσή του από το ασφυκτικό κλοιό της κρατικής εξουσίας και παράλληλα την αυτορύθμισή του σύμφωνα με τους νόμους της οικονομικής αγοράς.
Οι φορείς της οικονομίας , της πολιτικής και του πνεύματος θέλουν να αυτορυθμίζονται με βάση τους νόμους της αγοράς. Και στη συνέχεια οι αυτο-ρυθμιζόμενοι χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία για να μετατρέψουν τη βούλησή τους σε νόμο με καθολική ισχύ επί της κοινωνίας.

Το άλλο συγκεκριμένο
Δηλαδή η δική τους αυτορύθμιση αποκτά νόημα μόνο σε σχέση με την ετερο- ρύθμιση της κοινωνίας. Ή διαφορετικά η δική τους ελευθερία αποκτά νόημα χάρη στη δική μας υποταγή. Ή θέλουν εκείνοι μόνο να αυτορυθμίζονται και όχι η κοινωνία, θέλουν μόνο εκείνοι να είναι ελεύθεροι και όχι ο κάθε πολίτης.
Αυτή ακριβώς είναι η ολιγαρχική λογική. Οι λίγοι να είναι ελεύθεροι σε βάρος των πολλών. Οι λίγοι να απολαμβάνουν πλούτο, προνόμια και εξουσία συντηρώντας την υποδούλωση της κοινωνίας., αποστολή της οποίας είναι να συντηρεί τους ολιγάρχες.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό: Γιατί να μην αυτορυθμίζεται η κοινωνία και οι ολιγαρχικοί να είναι υποχρεωμένοι να εκτελούν τις εντολές του κοινωνικού συνόλου;
Γιατί η ελευθερία των λίγων είναι πιο σημαντική από την ελευθερία των πολλών;
Το αίτημα: αυτορύθμιση της κοινωνίας

Οι αυτορυθμιζόμενοι λοιπόν καλά κάνουν και προωθούν την αυτονομία τους σε βάρος της κοινωνίας. Αυτό επιβάλλει το ολιγαρχικό τους συμφέρον. Γιατί όμως οι πολίτες να συναινούν στην προώθηση του ολιγαρχικού συμφέροντος; Και στην παρούσα φάση προώθηση του κοινωνικου συμφέροντος σημαίνει έλεγχος της κοινωνίας σε κάθε "επίδοξο αυτορυθμιζόμενο": οικονομία, κόμματα, πανεπιστήμιο. Γιατί; Όλοι αυτοί υπάρχουν γιατί υπάρχει η κοινωνία.Και οφείλουν να ενεργούν με τρόπο που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της κοινωνίας και εξυπηρετεί το κοινωνικό σύμφερον και όχι το αγοραίο. Σε αντίθετη περίπτωση ο πολίτης θα υποβαθμιστεί σε απλό καταναλωτή των οικονομικών, πολιτικών και πνευματικών τους προϊόντων ή υπό-προϊόντων.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Για την αυτονομία των σχολείων ή "όλοι μαζί κινούμε συρφετός γυρεύοντας ομοιοκαταληξία"

Το σύνθημα της εποχής μας είναι η αυτονομία. Αυτή η συνθηματολογία εισήχθηκε και στην εκπαίδευση με την προβολή της θέσης «ενίσχυση της αυτονομίας των σχολείων». Όλοι λοιπόν την έχουν οικειοποιηθεί και ευλογούν την αυτονομία των σχολείων ως την επιλογή που θα συμβάλει στις προκλήσεις της εποχής μας, όπως «ο εκσυγχρονισμός», «η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας», «η ευρωπαϊκή διάσταση της εκπαίδευσης».
Η κυρίαρχη λογική λοιπόν έχει αφομοιωθεί:
Τι χρειάζεται η εκπαίδευση σήμερα;
Απάντηση: «Εκσυγχρονισμό».
Πώς θα επιτευχθεί ο εκσυγχρονσιμός;
Απάντηση: «Μεταρρύθμιση».
Τι περιέχει η μεταρρύθμιση;
Απάντηση: «Και ενίσχυση της αυτονομίας των σχολείων».
Αυτή είναι η κυρίαρχη λογική όλων των κομμάτων, αυτή προβάλλεται από τα ΜΜΕ και αυτή παπαγαλίζουν οι διάφοροι νεροκουβαλητές «ιδεών». Αυτή η κυρίαρχη λογική φυσικά είναι μια κενολογία, όπως όλες συνήθως οι διακηρύξεις των φορέων της εξουσίας.
Αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό, όταν την κυρίαρχη λογική προσπαθήσουμε να τη διευκρινίσουμε:
Ποιο είναι το σύγχρονο στο οποίο καλείται να προσαρμοστεί το σχολείο;
Μεταρρύθμιση για ποιον άνθρωπο και σε ποια κοινωνία;
Ποιου η αυτονομία θα ενισχυθεί στα πλαίσια της σχολικής μονάδας;

Οι λέξεις λοιπόν έγιναν του συρμού. Όλοι τις διατυμπανίζουν και όλοι τις διακινούν. Αν θέλεις να είσαι μέσα στα πράγματα, κάθε τρεις προτάσεις που λες, οι λέξεις «εκσυγχρονισμός,μεταρρύθμιση, αυτονομία» πρέπει να επαναλαμβάνονται έξι φορές. Και «όλοι μαζί κινούμε συρφετός γυρεύοντας ομοικαταληξία». Κενολογούμε και νιώθουμε ωραία. Είναι η μόδα. Το τραγικό είναι πως ο κάθε νεροκουβαλητής προσδιορίζει τη γενικόλογη αναφορά κατά το δοκούν ή διαφορετικά από τον άλλο.
Έτσι όλοι συμφωνούν στη γενική διακήρυξη, αλλά διαφωνούν στο αποδιδόμενο περιεχόμενο της λέξης.
Ποιος θα κερδίσει στο τέλος;
Των πιο πολλών θα τους μείνει ο κόπος των διακηρύξεων. Γιατί το περιεχόμενο των λέξεων θα το καθορίσει αυτός που έχει τη δύναμη να ορίζει τις λέξεις. Και τη δύναμη την έχει ο κάτοχος της εξουσίας. Επομένως ο πολίτης που δε θέλει να είναι φερέφωνο, στοιχειώδης λογική επιβάλλει να ζητά από το φορέα της εξουσίας να ορίζει προκαταβολικά το περιεχόμενο των λέξεων, πριν εκφράσει την υποστήριξή του. Γιατί ο κάτοχος της εξουσίας εκτός από διακηρύξεις, έχει και πραγματικές ανάγκες, που δεν είναι σίγουρο ότι συμβαδίζουν με τις ανάγκες του πολίτη.
Κοντολογής δε συμφωνώ με καμία μεταρρύθμιση και κανένα εκσυγχρονισμό αν δε γνωρίζω και το «τι» και το «πώς» αλλά και τα από-, δια-,για ποιον.
Τι σημαίνει λοιπόν ενίσχυση της αυτονομίας των σχολείων;
Ο όρος αυτονομία είναι αντίθετος με την ετερο-νομία. Είνα η δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού, ο ίδιος αποφασίζεις για τον εαυτό σου και όχι κάποιος άλλος. Ταυτίζεται δε η αυτονομία με την έννοια της ελευθερίας.
Τι σημαίνει λοιπόν ενίσχυση της αυτονομίας των σχολείων; Τίποτε. Γιατί;
Ποιου η αυτονομία θα ενισχυθεί; Του διευθυντή, της διευθυντικής ομάδας, του καθηγητικού συλλόγου, όλων των μελών της σχολικής κοινότητας ( εκπαιδευτικών-μαθητών-γονιών-τοπικών φορέων) ;
Ποιες αρμοδιότητες θα δοθούν από την κεντρική εξουσία στις σχολικές μονάδες; Ποια θα είναι η σχέση της κεντρικής εξουσίας με την άσκηση πολιτικής από το σχολείο; Δηλαδή ποιος θα ελέγχει; Η κοινωνία ή το κράτος ή τοπικοί φορείς εξουσίας;
Στα πλαίσια της ενίσχυσης της αυτονομίας του όποιου, ποιος θα χρηματοδοτεί τις πρωτοβουλίες στα πλαίσια της αυτονομίας των σχολείων; Ποια σχέση σχολείου και οικονομίας θα διαμορφωθεί;
Εγώ είμαι ένας εκπαιδευτικός. Σε τι θα είμαι πιο ελεύθερος; Ή υπάρχει και περίπτωση στα πλαίσια της αυτονομίας των σχολείων να γίνω και περισσότερο σκλάβος; Ή σε τι θα είναι πιο ελεύθερος ο μαθητής σε σχέση με την τωρινή υπαρκτή πραγματικότητα; Σε τι τελικά συνίσταται η αυτονομία του κάθε μέλους της σχολικής κοινότητας , σε ποιο επίπεδο (ατομικό-κοινωνικό- πολιτικό ) και πως συντίθεται η αυτονομία του καθενός στα πλαίσια του όλου; Δηλαδή τι τελικά αλλάζει;
Τα ερωτήματα παραμένουν αδιευκρίνιστα: τι είναι η αυτονομία των σχολείων, πώς θα προωθηθεί ή ποια η διαδικασία προώθησης, από ποιον προέρχεται η διακήρυξη ή ποιος έχει συμφέρον να διακηρύττει, διά ποιου αποφασίζεται, προωθείται και υλοποιείται , για ποιον ή ποιος θα ωφεληθεί;

Χωρίς τη διευκρίνιση του στόχου «ενίσχυση της αυτονομίας των σχολείων» ή αν η εξουσία διακηρύττει ενώ γνωρίζει, ενώ ο πολίτης συμφωνεί χωρίς να γνωρίζει, τότε μια επιλογή του απομένει, να συμφωνεί προκαταβολικά με την όποια τελική επιλογή των φορέων της εξουσίας. Δηλαδή να είναι ένας απλός χειροκροτητής , όχι όμως και πολίτης. Δυστυχώς οι φορείς της κρατικής εξουσίας γνωρίζουν ότι οι από κάτω έχουν εθιστεί στο ρόλο του χειροκροτητή και πράττουν αναλόγως.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

1η Απριλίου 1955: Κοινωνία και "εξουσία" ή μια άλλη ανάγνωση του ιστορικού γίγνεσθαι

Εισαγωγή
Οι εορτασμοί επετείων πιο πολύ θα έπρεπε να λειτουργούν ως παράγοντες μνήμης και αυτογνωσίας. Πιστεύω πως η απόδοση τιμής στους αγώνες των λαών για ελευθερία και στους ήρωες που θυσίασαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν –τη ζωή τους –για την «κοινή ελευθερία» , δεν πρέπει να περιορίζεται σε τελετουργίες. Πιο πολύ ανάγκη υπάρχει να συλλάβουν οι κατοπινές γενιές το νόημα της θυσίας των ηρώων τότε, ώστε να λειτουργήσει η κριτική και η αυτοαξιολόγηση, συλλογική και ατομική. Σε αυτά τα πλαίσια γράφτηκε το παρόν κείμενο.
Είναι αδιαμφίσβητητο το γεγονός ότι η 1η του Απρίλη του 1955 αποτελεί μια καμπή στην ιστορική πορεία τούτου του τόπου. Προσεγγίζοντας το γεγονός από πολιτική άποψη είναι ανάγκη να επικεντρωθούμε στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής, την πολιτική δυναμική που αναπτύσσεται στο εσωτερικό και το διεθνές περιβάλλον που επιδρά στις εσωτερικές εξελίξεις.
Κοινωνία
Σε σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα είναι γεγονός ότι η κυπριακή κοινωνία τη δεκαετία του 1950 ήταν διπλά διχοτομημένη. Μια εθνοτική διαίρεση – Έλληνες και Τούρκοι της Κύπρου – και μια διαίρεση των Ελλήνων της Κύπρου – δεξιοί και αριστεροί. Ουσιαστικά αυτή η τελευταία διαίρεση μετέφερε στο εσωτερικό της Κύπρου, σε κάποιο βαθμό, το διπολισμό από το διεθνές περιβάλλον. Παράλληλα όμως εξέφραζε και διαφορετικά συμφέροντα στο συγκεκριμένο χώρο.
Η αγροτική κοινωνία της Κύπρου – στα χωριά – αλλά και στα αστικά κέντρα ήταν κάθετα διαχωρισμένη με διαφορετικά σωματεία και οργανώσεις. Ο κάθετος διαχωρισμός στα χωριά δεν παρεμπόδιζε τη συνοχή των τοπικών κοινωνιών μέσα από συλλογικούς θεσμούς: εκκλησία, τοπικές αρχές, γενικές συνελεύσεις.
Παρόλο τον κάθετο διαχωρισμό κοινές ήταν οι στοχεύσεις των πολλών τοπικών κοινωνιών, που βρήκαν την έκφρασή τους μέσα από το αίτημα «αυτοδιάθεση – ένωση».
Αυτό το αίτημα των τοπικών κοινωνιών ανέλαβαν να προωθήσουν οι ηγεσίες της διαιρεμένης κοινωνίας: η εθναρχία και η ηγεσία του ΑΚΕΛ. Στο σημείο αυτό κάποιες παρατηρήσεις είναι αναγκαίες:
1.Οι ηγεσίες τότε δεν ήταν αυτόνομες έναντι της κοινωνίας. Το αντίθετο ήταν «θεράποντες» της βούλησης των τοπικών κοινωνιών. Γι αυτό και ο έντονος ανταγωνισμός τους ποιος θα αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες για ικανοποίηση των προσδοκιών του λαού.
2. Η κοινή βούληση των τοπικών κοινωνιών , που εξασφάλιζε την ενότητά τους στη βάση κοινών προσδοκιών, δεν είχε την ανάλογη συνέχεια στο επίπεδο των ηγεσιών. Δηλαδή η εθναρχία και η ηγεσία του ΑΚΕΛ δεν έγινε κατορθωτό να συνεννοηθούν και να δράσουν από κοινού με ευθύνη της εθναρχίας.
3.Την πρωτοβουλία των κινήσεων και την κύρια ευθύνη την είχε η εθναρχία λόγω της πίστης της ότι ήταν η νομιμοποιημένη ηγεσία όλων των υπόδουλων.
4.Η καθολικά νομιμοποιημένη ηγεσία της εθναρχίας δεν ελεγχόταν από κάποιους θεσμούς. Πιο πολύ η νομιμοποίηση των ενεργειών της βασιζόταν στην εμπιστοσύνη των υπόδουλων που θεωρούσαν την εθναρχία ως «θεραπαίνιδα» του κοινού συμφέροντος.

Από τη μια λοιπόν υπήρχαν ένας πλήθος κοινωνιών που συστεγάζονταν κάτω από μια πολιτική στόχευση: αυτοδιάθεση – ένωση. Από την άλλη υπάρχει διαίρεση και ανταγωνισμός σε επίπεδο ηγεσίας με ευθύνη της εθναρχίας. Ένας ανταγωνισμός που εκδηλώθηκε και πριν το 1955 στη διαδικασία διεθνοποίησης του κυπριακού. Μια διαδικασία που απέτυχε παταγωδώς με ευθύνη και της ηγεσίας του ΑΚΕΛ και της εθναρχίας. Από τη μια η αδυναμία συνεννόησης με τον Άγγλο κατακτητή και από την άλλη η αποτυχία της διεθνοποίησης ουσιαστικά σπρώχνει στη «δυναμική επιλογή» ως διέξοδο.
Ο αγώνας του 1955-59
Μελετώντας τον αγώνα του 1955-59 αναγκαστικά τον τοποθετείς στην τότε υπαρκτή πραγματικότητα: η κοινωνική βούληση και οι ενέργειες των ηγεσιών. Το δόγμα «λαός και ηγεσία» λειτουργεί μόνο στην περίπτωση που η ηγεσία «θεραπεύει» το λαό. Αν οι επιλογές της δεν υπηρετούν το λαό, τότε άλλο πράγμα η κοινωνία και άλλο η ηγεσία. Κάποιες λοιπόν επισημάνσεις είναι αναγκαίες:
1.Οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ εξέφραζαν την κοινωνική βούληση. Δηλαδή αφετηρία των πράξεων και των ενεργειών τους ήταν το κοινό συμφέρον που στη συγκεκριμένη περίπτωση έπαιρνε τη δυναμική μορφή της διεκδίκησης της «κοινής ελευθερίας», όπως γράφει ο ήρωας Στέλιος Μαυρομμάτης. Αυτοί που εντάχθησαν στην ΕΟΚΑ , που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν είχαν μόνο ένα σκοπό, την ικανοποίηση των προσδοκιών του λαού.
2.Η εθναρχία έχει την ευθύνη τόσο για την επιλογή της συγκεκριμένης μορφής αγώνα όσο και της οργάνωσής του. Η κύρια αντίφαση έγκειται στο γεγονός πως η εθναρχία από τη μια δεν αποδεχόταν τη συνεργασία με το ΑΚΕΛ στηριγμένη στην αντίληψη ότι ο εθνάρχης εκπροσωπεί όλο το λαό , και από την άλλη επέλεξε μια μορφή αγώνα από την οποία απέκλειε προκαταβολικά το ΑΚΕΛ. Δηλαδή έναντι του κοινού συμφέροντος επεκράτησε το ταξικό/ιδεολογικό συμφέρον. Γι αυτό και η επιλογή Γρίβα στην ηγεσία της ΕΟΚΑ και οι συνεπακόλουθες εμφύλιες διαμάχες, επιλογή πάλι του Γρίβα.
3.Η επιλογή της δυναμικής επίλυσης του προβλήματος, δηλαδή με τη χρήση βίας, ουσιαστικά περιθωριοποιούσε το ΑΚΕΛ από τις πολιτικές εξελίξεις και αναγορευόταν σε κυρίαρχο των πολιτικών εξελίξεων στο εσωτερικό ο εθνάρχης. Γι αυτό και η έντονη αντίδραση της ηγεσίας του ΑΚΕΛ στις συγκεκριμένες επιλογές του εθνάρχη.
4.Παράλληλα με τη δυναμική επιλογή περιθωριοποιούνταν από τις πολιτικές εξελίξεις και οι τοπικές κοινωνίες. Η πρωτοβουλία πια των κινήσεων ανήκε αποκλειστικά στον εθνάρχη και στον ηγέτη της ΕΟΚΑ ( προσωποπαγής λήψη αποφάσεων ) και οι τοπικές κοινωνίες πια θα έπρεπε να στηρίξουν τον αγώνα χωρίς να ελέγχουν, όπως προηγομένως, τις πολιτικές διεκδικήσεις. Και επιπλέον να υποστούν τα αποτελέσματα της δυναμικής αντιπαράθεσης σε σχέση με τον καθημερινό τους βίο.
5.Περαιτέρω περιθωριοποίηση της κοινωνίας επέρχεται με την εξορία του εθνάρχη, οπόταν και οι πολιτικές εξελίξεις μεταφέρονται εκτός Κύπρου. Έτσι από τη μια παρατηρείται ο φαινόμενο οι τοπικές ελληνοκυπριακές κοινωνίες να έχουν την πίστη ότι αγωνίζονται και υποφέρουν για την αυτοδιάθεση – ένωση και την ίδια στιγμή, δεν έλεγχαν την πορεία των διεκδικήσεων τους, που είχαν μεταφερτεί στα χέρια του Μακαρίου εκτός Κύπρου και ερήμην του λαού.
6.Η περιθωριοποίηση του λαού, η απομόνωση του ΑΚΕΛ , η χρήση της βίας, η εξορία του Μακαρίου δημιουργούν τις προϋποθέσεις για επιβολή λύσεων σύμφωνα με τα συμφέροντα των δυτικών συμμάχων και στη βάση του διπολισμού και του ψυχρού πολέμου.
7.Οι Δυτικοί σύμμαχοι καθίσταται πια δυνατόν να ελέγξουν τις εξελίξεις σε επίπεδο εθναρχίας. Ο εξόριστος Μακάριος είναι πια αναγκασμένος να αποδεκτεί δεδομένα που και ο ίδιος συνέβαλε στη δημιουργία τους συνειδητά ή ασυνείδητα. Γιατί όταν επέλεγε τη συγκεκριμένη μορφή δυναμικού αγώνα πιο πολύ είχε ως αφετηρία όχι το κοινό συμφέρον αλλά τον ανταγωνισμό με το ΑΚΕΛ και την περιθωριοποίησή του. Και πραγματικά περιθωριοποίησε το ΑΚΕΛ, αλλά το κοινό συμφέρον δεν προωθήθηκε.
8.Η επιλογή της ανεξαρτησίας ερήμην του λαού, η αντίκρυση της επίλυσης του προβλήματος στα πλαίσια των δυτικών συμμάχων ήταν επιλογές του Μακαρίου αναπόφευκτες προηγουμένων επιλογών του. Έτσι αναδεικνύεται ή άλλη μεγάλη αντίφαση των επιλογών Μακαρίου: δυναμικός αγώνας του λαού εναντίον των Άγγλων αποικιοκρατών ( η πολιτική ως δύναμη για ανατροπή των συχετισμών δύναμης) και ταυτόχρονη εναπόθεση των ελπίδων για λύση στη βάση διαλόγου των μητέρων-πατρίδων με τους αποικιοκράτες ( η πολιτική ως σύνθεση των συμφερόντων με βάση τους υφιστάμενους συσχετισμούς δύναμης). Τελικά η λύση αντικατοπτρίζει τους συσχετισμούς δύναμης των εμπλεκόμενων δυνάμεων ανεξάρτητα από τον αγώνα του 1955-59.
9.Το 1959 οι Έλληνες της Κύπρου το μόνο που επιζητούσαν ήταν να επανέλθουν στον ειρηνικό τους βίο, να τερματιστούν τα πολλά βάσανα και ταλαιπωρίες ενός τετράχρονου αγώνα. Γι αυτό και ήταν εύκολη η επιβολή της όποιας λύσης.
Επίλογος
Την 1η του Απρίλη λοιπόν τιμούμε τον αγώνα όλων των Ελλήνων της Κύπρου ενάντια στον Άγγλο δυνάστη, τιμούμε τους αγωνιστές και τους ήρωες της ΕΟΚΑ γιατί εξέφραζαν τις προσδοκίες όλων των Ελλήνων της Κύπρου για αυτοδιάθεση-ένωση. Ταυτόχρονα όμως στεκόμαστε κριτικά στις επιλογές της εθναρχίας – κατ΄επέκταση και του Γρίβα - γιατί με τα λάθη ή τις παραλείψεις της ενέχει την αποκλειτική ευθύνη γιατί δεν ικανοποιήθηκαν οι προσδοκίες του λαού τότε. Η ίδια ανέλαβε την αποκλειστική ευθύνη της προώθησής τους στηριγμένη στην εμπιστοσύνη του λαού. Και η ίδια αποκλειστικά με τους χειρισμούς της οδήγησε αναπόφευκτα το πρόβλημα στη συγκεκριμένη λύση.
Και το τραγικό παράδοξο της ιστορίας: δυστυχώς τις λογικές Μακαρίου τότε, ακολουθεί και ο ΑΚΕΛΙΚΟΣ Πρόεδρος Χριστόφιας σήμερα στη διαχείριση του κυπριακού!!! Δυστυχώς η ιστορία δε διδάσκει τους πάνω , που επικεντρώνονται μόνο στην εξουσία τους και αγνοούν προκλητικά το λαό. Και τότε και σήμερα.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Από την "υπερβολική ελευθερία" στην υπερ-βολική σύγχυση και την εκπαιδευτική απο-ρύθμιση

Κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2008 ένα 34σέλιδο κείμενο από τη Επιστημονική Επιτροπή για τα Αναλυτικά Προγράμματα το οποίο συνιστά « Πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης» και τίτλο «Αναλυτικό πρόγραμμα για τα σχολεία της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας».
Έχω επισημάνει σε προηγούμενη ανάρτηση ότι μια από τις αδυναμίες των κειμένων που κυκλοφορεί η Επιτροπή είναι η χρήση λέξεων που δεν αποκτούν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση, σκόπιμη ή μη.
Για να γίνω πιο κατανοητός θα επικεντρωθώ σε ένα παράδειγμα. Στη σελίδα 3 του κειμένου της Επιστημονικής Επιτροπής αναφέρονται και τα εξής: «...τα νέα αναλυτικά προγράμματα έρχονται να θεμελιώσουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που διασφαλίζει για τους νέους ανθρώπους ....τη διαβίωση τους στη γη των προγόνων σε συνθήκες υπερβολικής ελευθερίας,....».
Δε θα αναφερτώ στη δυνατότητα του υπαρκτού εκπαιδευτικού συστήματος ετερονομίας να «διασφαλίσει» μεγαλύτερη αυτονομία στους νέους!!! Ούτε και αν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να διασφαλίσει «τη διαβίωση στη γη των προγόνων»!!!
Πρώτα θα επικεντρωθώ στον όρο «υπερβολική ελευθερία».Ο όρος είναι αδόκιμος και ασαφής. Τι σημαίνει «υπερβολική ελευθερία»; Το μέτρο σύγκρισης ή αναφοράς ποιο είναι, ώστε να χαρακτηριστεί κάτι ως «υπερβολική ελευθερία»; Και γιατί να επιλέξει κάποιος την υπερβολή και όχι το μέτρο; Σε κάθε περίπτωση η ελευθερία υπάρχει εφόσον βιώνεται. Δεν είναι θέμα ούτε υπερβολής ούτε υστέρησης, αλλά είναι συνυφασμένη με το ανάπτυγμα της ίδιας της κοινωνίας, το υπαρκτό πολιτικό και οικονομικό σύστημα και τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον.
Υποθετικά ας θεωρήσουμε ότι με την αναφορά αυτή οι συντάκτες της υπονοούν ότι οι νέοι στα σχολεία θα είναι πιο ελεύθεροι από ότι σήμερα. Αν η υπόθεση είναι σωστή, τότε τίθεται το ερώτημα: ποια είναι η ελευθερία που σήμερα βιώνουν οι μαθητές στα σχολεία και η οποία αναμένεται να ενισχυθεί με νέα βιώματα ελευθερίας;
Στο ατομικό επίπεδο
οι νέοι απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα των πολιτών. Στο χώρο του σχολείου αυτά τα δικαιώματα περιορίζονται στο θέμα της εμφάνισης. Αν και άπτεται της ατομικής ελευθερίας, το εκπαιδευτικό σύστημα θέτει περιορισμούς στους μαθητές για τη στολή και την εμφάνιση.
Στο κοινωνικό επίπεδο, εκεί που συνάπτονται συμβάσεις με τα άλλα μέλη της κοινωνίας, τυπικά οι μαθητές τυγχάνουν της μεταχείρισης που τυγχάνουν και οι πολίτες ως εργαζόμενοι. Δηλαδή το σχολείο ως χώρος εργασίας των μαθητών αναπαράγει τη λογική της εργασίας στην κοινωνία. Δηλαδή τυπικά βρίσκονται σε σχέση εξαρτημένης εργασίας και δεν απολαμβάνουν καμίας ελευθερίας. Υπάρχουν απλώς κάποιες ασφαλιστικές δικλείδες για να μην πληγεί η ατομική ελευθερία και περιπέσουν οι μαθητές στην κατάσταση δουλείας. Δηλαδή στη διαδικασία της μάθησης είναι πλήρως ετεροκαθορισμένοι από το Υπουργείο, τις διευθύνσεις και τους εκπαιδευτικούς. Η αμοιβή τους είναι συνδεδεμένη με την αποδοτικότητά τους, αλλά αντί για λέφτα παίρνουν βαθμούς. Φυσικά οι μαθητές πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό να υπάρχει ένα ελάχιστο αμοιβής – όπως στην κοινωνία ο κατώτατος μισθός – και σπανίως κάποιος μένει στάσιμος ειδικά στο λύκειο. Ακόμα θεωρώντας βάναυση την υφιστάμενη σχέση εξάρτησης την κατέστησαν λιγότερο επώδυνη αξιοποιώντας στο έπακρο τα «εργασιακά» τους δικαιώματα: συνεχώς αυξάνεται ο αριθμός των απουσιών των μαθητών από την εργασία μετατρέποντας σε δικαίωμα τη χρήση του ανώτατου αριθμού δικαιολογημένων και αδικαιολόγητων απουσιών. Δηλαδή οι μαθητές ως εργαζόμενοι απορρίπτουν την εξαρτημένη εργασία/μάθηση και προσπαθούν να εργαζόνται/εξαρτώνται όσο το δυνατό λιγότερο!!!
Από την άλλη το σύστημα επιτρέπει στον κάθε μαθητή στο λύκειο να επιλέγει μαθήματα σύμφωνα με την κλίση, τις ικανότητες ή το συμφέρον του και να μη βιώνει την αποτυχία ή το στιγματισμό εξαιτίας ενός «βίαιου διαχωρισμού» που επιβάλλει το σύστημα, όπως παλαιότερα με τους συνδυασμούς μαθημάτων, για να εξυπηρετηθεί το οικονομικό σύστημα.
Στο πολιτικό επίπεδο δεν απολαμβάνουν καμίας ελευθερίας, όπως και η κοινωνία ετεροκαθορίζονται. Απλώς έχουν το δικαίωμα της ψήφου με την έννοια ότι εκπαιδεύονται να εκχωρούν το πολιτικό δικαίωμα σε κάποιον άλλο και οι ίδιοι να ιδιωτεύουν. Μαθαίνουν τη διαμεσολάβηση όπως ακριβώς στην κοινωνία επιβάλλεται η διαμεσολάβηση των κομμάτων/οργανώσεων.
Όταν η Επιστημονική Επιτροπή αναφέρει ότι στοχεύει στην «υπερβολική ελευθερία», τι εννοεί; Τι επιπλέον θα βιώσουν οι μαθητές ως ελεύθερες οντότητες που δε βιώνουν σήμερα; Από την απάντηση θα εξαρτηθεί και η υποστήριξη ή μη των θέσεων της Επιτροπής. Γιατί αν μείνει αδιευκρίνιστη, τότε αυτοί θα προσδώσουν εκ των υστέρων όποιο περιεχόμενο θέλουν. Και υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος τη δουλεία να την ονομάσουν ελευθερία!!!