Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Νέο σχέδιο αξιολόγησης: οι αναλλοίωτες αρχές της ολιγαρχικής σκέψης (1 )

Κατέθεσε λοιπόν το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού στις 28/4/2009 νέα πρόταση για την αξιολόγηση με τίτλο: «Πρόταση για ένα νέο σύστημα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών λειτουργών».
Ως γενικές αρχές του νέου συστήματος αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών αναφέρονται στο Πρόγραμμα Διακυβέρνησης του Δ. Χριστόφια οι εξής:
«-Η κατάργηση του μονοδιάστατου μοντέλου του επιθεωρητισμού και η καθιέρωση ενός πολυδιάστατου μοντέλου αξιολόγησης.
-Η ανάπτυξη ενός συστήματος εσωτερικής αξιολόγησης του έργου της σχολικής μονάδας.
-Ο περιορισμός της εξωτερικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών στις περιπτώσεις μονιμοποίησης και προαγωγής.
-Η δημιουργία εναλλακτικών βαθμίδων ανέλιξης των εκπαιδευτικών, που αποσκοπούν στην αξιοποίησή τους από το εκπαιδευτικό σύστημα ανάλογα με τις ιδιαίτερες ικανότητες και κλίσεις τους.»

Η προβολή των πιο πάνω αρχών υποδηλώνει και το είδος των αλλαγών που προωθούνται στο θέμα της αξιολόγησης. Η προσέγγιση είναι «εκσυγχρονιστική» και καμία σχέση έχει με το λεγόμενο εκδημοκρατισμό του σχολείου. Απλώς με τις πιο πάνω αρχές επιχειρείται η προσαρμογή του συστήματος στις τωρινές ανάγκες της πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας και όχι στο γενικά και αόριστα «σύγχρονο».

Ας πάρουμε για παράδείγμα την πρώτη αρχή: «Η κατάργηση του μονοδιάστατου μοντέλου του επιθεωρητισμού και η καθιέρωση ενός πολυδιάστατου μοντέλου αξιολόγησης».
Παρατήρηση πρώτη: Δεν απεικονίζει σωστά την πραγματικότητα και ως εκ τούτου προβληματική είναι και η θεραπεία που προτείνεται.
Το μοντέλο αξιολόγησης δεν ήταν μονοδιάστατο και δε στηριζόταν στον επιθεωρητισμό.
Το υφιστάμενο μοντέλο για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού στηρίζεται τυπικά:
-στην αυτοαξιολόγηση του εκπαιδευτικού
-στην αξιολόγηση του διευθυντή
-στην αξιολόγηση του επιθεωρητή.
Στη συνέχεια , όταν ο εκπαιδευτικός θα βαθμολογηθεί για σκοπούς προαγωγής, συνέρχεται μια τριμελής επιτροπή επιθεωρητών η οποία, αφού μελετήσει το περιεχόμενο του φακέλου, καταλήγει σε μια βαθμολογία.
Δεν υπήρχε λοιπόν τυπικά ένα μονοδιάστατο μοντέλο αξιολόγησης , όπως υποστηρίζει το πρόγραμμα διακυβέρνησης Δ. Χριστόφια.
Παρατήρηση δεύτερη: Όταν δεν αναζητάς τα αίτια των στεβλώσεων ενός συστήματος , τότε απλώς κενολογείς.
Το υφιστάμενο σύστημα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού, ανεξάρτητα από το νόμο και τους κανονισμούς, στην πράξη λειτουργούσε διαφορετικά.
Δηλαδή με βάση τα χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος και όχι με βάση τον τυπικό νόμο.Έτσι το σύστημα όντας συγκεντρωτικό και ιεραρχικό, αυτός που αποφάσιζε στην πράξη για τη βαθμολογία του εκπαιδευτικού ήταν ο ανώτερος ιεραρχικά. Ούτε καν ο επιθεωρητής ή η τριμελής επιτροπή επιθεωρητών αλλά ο γενικός επιθεωρητής ή ο διευθυντής μέσης εκπαίδευσης. Αυτοί ουσιαστικά έδιναν εντολές σε ένα ιεραρχικό μοντέλο διοίκησης.
Ποιες εντολές έδιναν; Το σύστημα όντας προσωποπαγές και κομματικό ουσιαστικά αποφασιζόταν η εύνοια – η αυξημένη βαθμολογία- σε συγκεκριμένα άτομα που ήθελαν να ευνοήσουν είτε για προσωπικούς λόγους ( ποικίλους) είτε για κομματικούς λόγους ( με βάση τους συσχετισμούς δύναμης). Αυτή ήταν η κυρίαρχη λογική του συστήματος. Σε αυτά τα πλαίσια στη βαθμολόγηση των εκπαιδευτικών επερχόταν μια σχετική ισοπέδωση όλων και μια διαφοροποίηση /εύνοια προς τους εκλεκτούς του συστήματος: τους « δικούς μας φίλους και συνοδοιπόρους». Αυτή η λογική δε δημιουργούσε εκρηκτικές καταστάσεις γιατί οι θέσεις προαγωγής είναι πάρα πολλές - άρα η τυχόν άδική βαθμολογία μεταφράζεται ως χρονική καθυστέρηση στην προαγωγή και όχι ως ακύρωση της προαγωγής.
Παρατήρηση τρίτη: Η μετάλλαξη των αρχών είναι ανάλογα με τα συμφέροντα αυτών που τις προβάλλουν ή από το νόμο στη δύναμη
Τη δεκαετία του 1980 από τους εκπαιδευτικούς της μέσης εκπαίδευσης προβλήθηκε έντονα το αίτημα για κατάργηση του επιθεωρητισμού. Η προβολή αυτού του αιτήματος αντικατόπτριζε τα δεδομένα της εποχής: ο επιθεωρητής όντας το μόνο ορατό πρόσωπο που ερχόταν σε επαφή με τους εκπαιδευτικούς έγινε το σύμβολο στο οποίο προσωποποιήθηκαν όλα τα αρνητικά ενός αυταρχικού και αντιδημοκρατικού συστήματος . Ο επιθεωρητής λοιπόν ως φορέας της κεντρικής εξουσίας, ως όργανο συμμόρφωσης των εκπαιδευτικών, ως μηχανισμός επιτήρησης και ελέγχου, ως μηχανισμός παραγωγής ρουσφετιού και αδικίας ενοχοποιήθηκε και επιζητήθηκε η κατάργησή του. Μια κατάργηση που ουσιαστικά εμπεριείχε την απαξίωση της ιεραρχίας και το αίτημα της παιδαγωγικής ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ήταν ένα προοδευτικό αίτημα και τότε αντιστάθηκαν έντονα στη διεκδικήσεις των καθηγητών οι επιθεωρητές και οι εκπαιδευτικοί που πρόσκεινταν στο ΔΗΚΟ και το ΔΗΣΥ. Δηλαδή όλοι αυτοί που καρπώνονταν τα οφέλη από το σύστημα. Από τη δεκαετία του 2000 προσχώρησαν στη λογική του εκσυγχρονισμού και οι κινήσεις που προσκεινται στο ΑΚΕΛ και την ΕΔΕΚ. Είχαν αλλάξει πια οι κάτοχοι της εξουσίας και οι συσχετισμοί δύναμης και άλλοι πια προσέβλεπαν να γίνουν οι επικαρπωτές του συστήματος.
Όπως στο σημείο ανόδου – προαγωγής παρεμβαίνει το κόμμα-εξουσία διαστρεβλώνοντας το νόμο, έτσι και στο σημείο εξόδου –απόλυσης του «προβληματικού» εκπαιδευτικού παρεμβαίνει το κόμμα-εξουσία για να να «σωθεί ο δικός μας». Για όσους διερωτώνται για τους ακατάλληλους εκπαιδευτικούς και ποιος τους συντηρεί μέσα στο σύστημα.
Παρατήρηση τέταρτη: Η εκπόρνευση των λέξεων ως μέθοδος εξαπάτησης
Η προβολή της θέσης για «κατάργηση του μονοδιάστατου μοντέλου του επιθεωρητισμού» συνιστά έντεχνα διατυπωμένη πρόταση. Μιλά για «κατάργηση του επιθεωρητισμού» - έτσι το προβάλλουν τα τωρινά φερέφωνα της εξουσίας – ώστε να παραπλανήσουν με πολλή αναίδεια τους εκπαιδευτικούς. Γιατί αυτή ήταν η θέση των καθηγητών που πρόσκεινται στο ΔΗΣΥ στη δεκαετία του 1980!!!
Επίλογος
«Η κατάργηση του μονοδιάστατου μοντέλου του επιθεωρητισμού και η καθιέρωση ενός πολυδιάστατου μοντέλου αξιολόγησης» είναι τεχνικό ζήτημα και εκσυγχρονιστικό. Είναι ένας εκσυγχρονισμένος επιθεωρητισμός. Κυρίαρχη λογική παραμένει η ιεραρχία και η επιτήρηση και όχι ο εκδημοκρατισμός του συστήματος. Σε αυτά τα πλαίσια θα συντηρηθεί ο επιθεωρητισμός ο οποίος θα επιτρέψει στους κατόχους του πλούτου και της δύναμης να διαιωνίσουν το πελατειακό τους σύστημα.
Σίγουρα αυτό το μοντέλο δεν έχει σχέση ούτε με τα συμφέροντα των εκπαιδευτικών ούτε των μαθητών ούτε του σχολείου ούτε της κοινωνίας. Γιατί αν πραγματικά ενδιαφέρονταν για το συμφέρον των μαθητών και της κοινωνίας, τότε η λογική της αξιολόγησης θα ήταν τελείως διαφορετική: ποιο σύστημα αξιολόγησης εξυπηρετεί τις ανάγκες του συγκεκριμένου σχολείου και των μαθητών; Και όχι – όπως τώρα – που το σύστημα αξιολόγησης καλείται να υπηρετήσει τις ανάγκες της ολιγαρχίας και των φερεφώνων της μέσα στα σχολεία. Και το σχέδιο θα εξασφαλίσει θαυμαστή ομογνωμία:ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ. Είναι κοινά τα συμφέροντά τους σε βάρος της δημόσιας εκπαίδευσης!!! Έτσι θα λειτουργήσει η συναίνεση («τρώμε όλοι με τη σειρά»)!!!
Και μια απορία:αν υιοθετεί τοΥπουργείο τη λογική του επιθεωρητισμού, τότε ποιος θα επιθεωρεί τον Υπουργό; Η ζημιά που μπορεί να προκαλέσει στο κοινωνικό σύνολο από τις λανθασμένες αποφάσεις του είναι απείρως μεγαλύτερη από τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει ένας εκπαιδευτικός. Όποιος λοιπόν επιθυμεί τον επιθεωρητισμό ως σύστημα , ας αρχίσει από τον εαυτό του, δίνοντας και το παράδειγμα και εφαρμόζοντας την αρχή «οποιος αξιολογεί, αξιολογείται».

Δεν υπάρχουν σχόλια: