Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Νέο σχέδιο αξιολόγησης: οι αναλλοίωτες αρχές της ολιγαρχικής σκέψης (1 )

Κατέθεσε λοιπόν το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού στις 28/4/2009 νέα πρόταση για την αξιολόγηση με τίτλο: «Πρόταση για ένα νέο σύστημα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών λειτουργών».
Ως γενικές αρχές του νέου συστήματος αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών αναφέρονται στο Πρόγραμμα Διακυβέρνησης του Δ. Χριστόφια οι εξής:
«-Η κατάργηση του μονοδιάστατου μοντέλου του επιθεωρητισμού και η καθιέρωση ενός πολυδιάστατου μοντέλου αξιολόγησης.
-Η ανάπτυξη ενός συστήματος εσωτερικής αξιολόγησης του έργου της σχολικής μονάδας.
-Ο περιορισμός της εξωτερικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών στις περιπτώσεις μονιμοποίησης και προαγωγής.
-Η δημιουργία εναλλακτικών βαθμίδων ανέλιξης των εκπαιδευτικών, που αποσκοπούν στην αξιοποίησή τους από το εκπαιδευτικό σύστημα ανάλογα με τις ιδιαίτερες ικανότητες και κλίσεις τους.»

Η προβολή των πιο πάνω αρχών υποδηλώνει και το είδος των αλλαγών που προωθούνται στο θέμα της αξιολόγησης. Η προσέγγιση είναι «εκσυγχρονιστική» και καμία σχέση έχει με το λεγόμενο εκδημοκρατισμό του σχολείου. Απλώς με τις πιο πάνω αρχές επιχειρείται η προσαρμογή του συστήματος στις τωρινές ανάγκες της πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας και όχι στο γενικά και αόριστα «σύγχρονο».

Ας πάρουμε για παράδείγμα την πρώτη αρχή: «Η κατάργηση του μονοδιάστατου μοντέλου του επιθεωρητισμού και η καθιέρωση ενός πολυδιάστατου μοντέλου αξιολόγησης».
Παρατήρηση πρώτη: Δεν απεικονίζει σωστά την πραγματικότητα και ως εκ τούτου προβληματική είναι και η θεραπεία που προτείνεται.
Το μοντέλο αξιολόγησης δεν ήταν μονοδιάστατο και δε στηριζόταν στον επιθεωρητισμό.
Το υφιστάμενο μοντέλο για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού στηρίζεται τυπικά:
-στην αυτοαξιολόγηση του εκπαιδευτικού
-στην αξιολόγηση του διευθυντή
-στην αξιολόγηση του επιθεωρητή.
Στη συνέχεια , όταν ο εκπαιδευτικός θα βαθμολογηθεί για σκοπούς προαγωγής, συνέρχεται μια τριμελής επιτροπή επιθεωρητών η οποία, αφού μελετήσει το περιεχόμενο του φακέλου, καταλήγει σε μια βαθμολογία.
Δεν υπήρχε λοιπόν τυπικά ένα μονοδιάστατο μοντέλο αξιολόγησης , όπως υποστηρίζει το πρόγραμμα διακυβέρνησης Δ. Χριστόφια.
Παρατήρηση δεύτερη: Όταν δεν αναζητάς τα αίτια των στεβλώσεων ενός συστήματος , τότε απλώς κενολογείς.
Το υφιστάμενο σύστημα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού, ανεξάρτητα από το νόμο και τους κανονισμούς, στην πράξη λειτουργούσε διαφορετικά.
Δηλαδή με βάση τα χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος και όχι με βάση τον τυπικό νόμο.Έτσι το σύστημα όντας συγκεντρωτικό και ιεραρχικό, αυτός που αποφάσιζε στην πράξη για τη βαθμολογία του εκπαιδευτικού ήταν ο ανώτερος ιεραρχικά. Ούτε καν ο επιθεωρητής ή η τριμελής επιτροπή επιθεωρητών αλλά ο γενικός επιθεωρητής ή ο διευθυντής μέσης εκπαίδευσης. Αυτοί ουσιαστικά έδιναν εντολές σε ένα ιεραρχικό μοντέλο διοίκησης.
Ποιες εντολές έδιναν; Το σύστημα όντας προσωποπαγές και κομματικό ουσιαστικά αποφασιζόταν η εύνοια – η αυξημένη βαθμολογία- σε συγκεκριμένα άτομα που ήθελαν να ευνοήσουν είτε για προσωπικούς λόγους ( ποικίλους) είτε για κομματικούς λόγους ( με βάση τους συσχετισμούς δύναμης). Αυτή ήταν η κυρίαρχη λογική του συστήματος. Σε αυτά τα πλαίσια στη βαθμολόγηση των εκπαιδευτικών επερχόταν μια σχετική ισοπέδωση όλων και μια διαφοροποίηση /εύνοια προς τους εκλεκτούς του συστήματος: τους « δικούς μας φίλους και συνοδοιπόρους». Αυτή η λογική δε δημιουργούσε εκρηκτικές καταστάσεις γιατί οι θέσεις προαγωγής είναι πάρα πολλές - άρα η τυχόν άδική βαθμολογία μεταφράζεται ως χρονική καθυστέρηση στην προαγωγή και όχι ως ακύρωση της προαγωγής.
Παρατήρηση τρίτη: Η μετάλλαξη των αρχών είναι ανάλογα με τα συμφέροντα αυτών που τις προβάλλουν ή από το νόμο στη δύναμη
Τη δεκαετία του 1980 από τους εκπαιδευτικούς της μέσης εκπαίδευσης προβλήθηκε έντονα το αίτημα για κατάργηση του επιθεωρητισμού. Η προβολή αυτού του αιτήματος αντικατόπτριζε τα δεδομένα της εποχής: ο επιθεωρητής όντας το μόνο ορατό πρόσωπο που ερχόταν σε επαφή με τους εκπαιδευτικούς έγινε το σύμβολο στο οποίο προσωποποιήθηκαν όλα τα αρνητικά ενός αυταρχικού και αντιδημοκρατικού συστήματος . Ο επιθεωρητής λοιπόν ως φορέας της κεντρικής εξουσίας, ως όργανο συμμόρφωσης των εκπαιδευτικών, ως μηχανισμός επιτήρησης και ελέγχου, ως μηχανισμός παραγωγής ρουσφετιού και αδικίας ενοχοποιήθηκε και επιζητήθηκε η κατάργησή του. Μια κατάργηση που ουσιαστικά εμπεριείχε την απαξίωση της ιεραρχίας και το αίτημα της παιδαγωγικής ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ήταν ένα προοδευτικό αίτημα και τότε αντιστάθηκαν έντονα στη διεκδικήσεις των καθηγητών οι επιθεωρητές και οι εκπαιδευτικοί που πρόσκεινταν στο ΔΗΚΟ και το ΔΗΣΥ. Δηλαδή όλοι αυτοί που καρπώνονταν τα οφέλη από το σύστημα. Από τη δεκαετία του 2000 προσχώρησαν στη λογική του εκσυγχρονισμού και οι κινήσεις που προσκεινται στο ΑΚΕΛ και την ΕΔΕΚ. Είχαν αλλάξει πια οι κάτοχοι της εξουσίας και οι συσχετισμοί δύναμης και άλλοι πια προσέβλεπαν να γίνουν οι επικαρπωτές του συστήματος.
Όπως στο σημείο ανόδου – προαγωγής παρεμβαίνει το κόμμα-εξουσία διαστρεβλώνοντας το νόμο, έτσι και στο σημείο εξόδου –απόλυσης του «προβληματικού» εκπαιδευτικού παρεμβαίνει το κόμμα-εξουσία για να να «σωθεί ο δικός μας». Για όσους διερωτώνται για τους ακατάλληλους εκπαιδευτικούς και ποιος τους συντηρεί μέσα στο σύστημα.
Παρατήρηση τέταρτη: Η εκπόρνευση των λέξεων ως μέθοδος εξαπάτησης
Η προβολή της θέσης για «κατάργηση του μονοδιάστατου μοντέλου του επιθεωρητισμού» συνιστά έντεχνα διατυπωμένη πρόταση. Μιλά για «κατάργηση του επιθεωρητισμού» - έτσι το προβάλλουν τα τωρινά φερέφωνα της εξουσίας – ώστε να παραπλανήσουν με πολλή αναίδεια τους εκπαιδευτικούς. Γιατί αυτή ήταν η θέση των καθηγητών που πρόσκεινται στο ΔΗΣΥ στη δεκαετία του 1980!!!
Επίλογος
«Η κατάργηση του μονοδιάστατου μοντέλου του επιθεωρητισμού και η καθιέρωση ενός πολυδιάστατου μοντέλου αξιολόγησης» είναι τεχνικό ζήτημα και εκσυγχρονιστικό. Είναι ένας εκσυγχρονισμένος επιθεωρητισμός. Κυρίαρχη λογική παραμένει η ιεραρχία και η επιτήρηση και όχι ο εκδημοκρατισμός του συστήματος. Σε αυτά τα πλαίσια θα συντηρηθεί ο επιθεωρητισμός ο οποίος θα επιτρέψει στους κατόχους του πλούτου και της δύναμης να διαιωνίσουν το πελατειακό τους σύστημα.
Σίγουρα αυτό το μοντέλο δεν έχει σχέση ούτε με τα συμφέροντα των εκπαιδευτικών ούτε των μαθητών ούτε του σχολείου ούτε της κοινωνίας. Γιατί αν πραγματικά ενδιαφέρονταν για το συμφέρον των μαθητών και της κοινωνίας, τότε η λογική της αξιολόγησης θα ήταν τελείως διαφορετική: ποιο σύστημα αξιολόγησης εξυπηρετεί τις ανάγκες του συγκεκριμένου σχολείου και των μαθητών; Και όχι – όπως τώρα – που το σύστημα αξιολόγησης καλείται να υπηρετήσει τις ανάγκες της ολιγαρχίας και των φερεφώνων της μέσα στα σχολεία. Και το σχέδιο θα εξασφαλίσει θαυμαστή ομογνωμία:ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ. Είναι κοινά τα συμφέροντά τους σε βάρος της δημόσιας εκπαίδευσης!!! Έτσι θα λειτουργήσει η συναίνεση («τρώμε όλοι με τη σειρά»)!!!
Και μια απορία:αν υιοθετεί τοΥπουργείο τη λογική του επιθεωρητισμού, τότε ποιος θα επιθεωρεί τον Υπουργό; Η ζημιά που μπορεί να προκαλέσει στο κοινωνικό σύνολο από τις λανθασμένες αποφάσεις του είναι απείρως μεγαλύτερη από τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει ένας εκπαιδευτικός. Όποιος λοιπόν επιθυμεί τον επιθεωρητισμό ως σύστημα , ας αρχίσει από τον εαυτό του, δίνοντας και το παράδειγμα και εφαρμόζοντας την αρχή «οποιος αξιολογεί, αξιολογείται».

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Περί διαφορετικότητας: το αυτονόητο ως πολιτική επιλογή των λίγων για νομιμοποίηση της ανισότητας σε βάρος των πολλών

Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο. Δεν είμαστε οι ίδιοι. Η διαφορετικότητα αποτελεί μια αυτονόητη συνθήκη στη ζωή του ανθρώπου. Αυτονόητα πράγματα. Όλοι το αντιλαμβάνονται και όλοι το βιώνουν. Αυτή η προσέγγιση είναι ανθρωποκεντρική.
Όταν όμως η εξουσία αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τη διαφορετικότητα, τα κίνητρα της δεν είναι ανθρωποκεντρικά. Η εξουσιοκεντρική προσέγγιση της διαφορετικότητας στοχεύει στη νομιμοποίηση της ανισότητας, της ανισότητας κατανομής πλούτου, προνομίων και εξουσίας. Ή διαφορετικά για τους εξουσιοκεντριστές – τους ολιγαρχικούς – η διαφορετικότητα ισούται με την ανισότητα. Η εξουσία γεμάτη «φιλάνθρωπη κατανόηση» εκφωνεί πεισματικά: αναγνωρίζω τη διαφορετική σου ταυτότητα, αναγνωρίζω το διαφορετικό σου φύλο, αναγνωρίζω την αναπηρία σου, αναγνωρίζω τη διαφορετική κοινωνική σου θέση, αναγνωρίζω τη φτώχεια σου.
Φυσικά η αναγνώριση από την εξουσία της διαφορετικότητας δεν εξάλειψε τη φτώχεια, δεν απάμβλυνε τις κοινωνικές ανισότητες. Αντίθετα , οι φορείς της εξουσίας λειτουργώντας με τη λογική του καταμερισμού των κοινωνικών έργων και θεωρώντας ότι οι ίδιοι είναι οι ειδικοί στην πολιτική, ουσιαστικά εμφυτεύουν, στο όνομα της διαφορετικότητας , στις συνειδήσεις των ανθρώπων να αποδεκτούν τη διαφορετική κοινωνική τους θέση.
Είναι το ίδιο ακριβώς που συνέβη προηγουμένως με το σύνθημα της ισότητας ευκαιριών που αποδείχτηκε μια απάτη. ‘Οπως σημειώνει ο Bernand Charlot “ η διεκδίκηση της ισότητας ευκαιριών σημαίνει στην πράξη την αξίωση να έχουν όλα τα παιδιά, χάρη στην εκπαίδευση, ίσες ευκαιρίες πρόσβασης σε άνισες κοινωνικές θέσεις.Σημαίνει, λοιπόν, ότι θέτουμε την αρχή της ισότητας στην εκπαίδευση και αναγνωρίζουμε ταυτόχρονα, σιωπηρά, τη νομιμότητα της αρχής της κοινωνικής ανισότητας».
Από τη δεκαετία του 1980 λοιπόν εισήλθε δυναμικά στο λεξιλόγιο των ανθρώπων η χρήση της λέξης «διαφορετικότητα» σε αντικατάσταση του προηγούμενου συνθήματος της «ισότητας των ευκαιριών». Η μαζικοποίηση της εκπαίδευσης ουσιαστικάτο κατέστησε ξεπερασμένο. Η εμμονή στην ισότητα σε συνθήκες μαζικής εκπαίδευσης ήταν ενοχλητική και επικίνδυνη για την ολιγαρχία. Η αποδέσμευση από τη διεκδίκηση της ισότητας επιτεύχθηκε με την υιοθέτηση της αποδοχής της διαφορετικότητας από τους ηγεμόνες, τοπικούς και διεθνείς. Η υιοθέτηση της διαφορετικότητας σε συνθήκες κοινωνικής ανισότητας, βόλευε μια χαρά τη νομιμοποίησή της. Γιατί η διαφορετικότητα των φυσικών χαρισμάτων, των φυσικών ταλέντων νομιμοποιεί ως κάτι φυσικό και την ανισότητα των ανθρώπων. Η επιλογή λοιπόν της διαφορετικότητας από την εξουσία δεν έγινε για να ενισχυθεί η ισότητα των ανθρώπων, αλλά για να νομιμοποιηθεί η ανισότητα.
Τη δεκαετία του 1990 και παράλληλα με την παγκοσμιοποίηση και την επέκταση της ΕΕ η λέξη «διαφορετικότητα» έγινε αναπόσπαστο μέρος της ζωής. Το μήνυμα «διαφορετικότητα» δονούσε καταιγιστικά τα αυτιά και το μυαλό. Τα σχολεία αγωνίζονταν να εμφυτεύσουν στους νέους το νέο μήνυμα: διαγωνισμοί ενδοσχολικοί, παγκύπριοι, πανευρωπαϊκοί, εκδηλώσεις, αφίσες, εκθέσεις ιδεών.
Οι διακηρύξεις περί σεβασμού της διαφορετικότητας αποτελούν προπαγανδιστικές κενολογίες όταν αποκοπούν από το συγκεκριμένο κοινωνικοικονομικό και πολιτκό πλαίσιο, το φορέα που τις προβάλλει και τα κίνητρά του. Η λέξη αποκτά νόημα με τη χρήση της και όχι ως λεξικογραφική αναφορά.
Σε συνέχεια των προβληματισμών που ανέπτυξε ο Bernard Charlot τη δεκαετία του 1990 στη Γαλλία, πρόσφατα ο Ουόλτερ Μπεν Μίκαελς, καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Ιλινόις του Σικάγου, εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Η διαφορετικότητα ενάντια στην ισότητα».
Σε συνέντευξη του ο συγγραφέας αναφέρει: «Το κύριο θέμα στο βιβλίο μου είναι ότι οι αριστεροί που πιστεύουν κάτι τέτοιο απατώνται: η διαφορετικότητα βρίσκεται στην υπηρεσία του νεοφιλελευθερισμού, δεν είναι εχθρός του.....Η διαφορετικότητα δεν μειώνει τις οικονομικές ανισότητες....Τα οφέλη σε επίπεδο διακυβέρνησης είναι κι αυτά αρκετά προφανή. Ο στόχος του νεοφιλελευθερισμού είναι ενας κόσμος όπου οι πλούσιοι μπορούν να κοιτάζουν τους φτωχούς και να τους διαβεβαιώνουν ότι κανένας δεν αποτελεί θύμα διακρίσεων, να τους διαβεβαιώνουν ότι οι ταυτότητές τους γίνονται σεβαστές. Δεν πρόκειται βέβαια να τους κάνουν λιγότερο φτωχούς. Αλλά να τους κάνουν να νιώσουν ότι η φτώχεια τους δεν αποτελεί μια αδικία» (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 18/5/2009).
Αντί λοιπόν να ασχολούμαστε με αυτονόητες παραδοχές, α-πολιτικές είναι καλύτερο να επικεντρωνόμαστε σε πολιτικές έννοιες και πολιτικά ζητήματα, όπως η ισότητα, η ελευθερία και η δημοκρατία. Το κουτόχορτο που πωλούν οι ολιγαρχικοί στους πολίτες και οι «επιστημονικοί» νεροκουβαλητές τους ας μείνει απούλητο, για να το καταναλώσουν οι ίδιοι.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Πανεπιστήμιο: αυτο-ρύθμιση και ετερο-ρύθμιση ή περί της δικής τους ελευθερίας και της δικής μας υποταγής

Το αφηρημένο
Η έννοια της αυτορύθμισης είναι πολυσήμαντη. Ο άνθρωπος μπορεί να αυτο- ρυθμίζεται ή να ετερο-ρυθμίζεται. Ένα πράγμα είναι να αποφασίζεις ο ίδος γαι τον εαυτό σου και άλλο πράγμα να αποφασίζουν κάποιοι τρίτοι για σένα. Ο άνθρωπος αγωνίζεται για να διευρύνει την αυτονομία του σε βάρος των ετερό-νομων μηχανισμών πο τον καταδυναστεύουν. Αυτορύθμιση, αυτονομία είναι συνώνυμα της ελευθερίας , μιας ελευθερίας που αντιμάχεται κάθε εξάρτηση ή δουλεία. Όλα αυτά σε θεωρητικό επίπεδο.
Με την παγκοσμιοποίηση λοιπόν εισήλθαν στο λεξιλόγιό μας πολλές εύηχες λέξεις: αυτονομία, διαφορετικότητα, πολυπολιτισμικότητα, ειρήνη κλπ..Όλες αυτές οι λέξεις για να γίνουν κατανοητές πρέπει να ενταχθούν στο συγκεκριμένο περιβάλλον: ποιοι τις επικαλούνται, γιατί τις επικαλούνται, ποιο περιεχόμενο τους αποδίδουν.Διαφορετικά τις επικαλείσαι ως κράχτης κάποιων τρίτων ή γίνεσαι φερέφωνο του ισχυρού.

Το συγκεκριμένο
Η αρχή της αυτορύθμισης εισήχθηκε από τους φορείς της οικονομίας στα πλαίσια της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης. Ουσιαστικά οι οικονομικοί φορείς επεζήτησαν και πέτυχαν να αποδεσμευτούν από τον κρατικό έλεγχο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επέβαλαν την ηγεμονία τους επί του κράτους και διακήρυτταν ότι οι ίδιοι μπορούν να εκφράσουν το συμφέρον της κοινωνίας ή πως ότι είναι συμφέρον για την αγορά είναι και για την κοινωνία.
Στην πράξη αυτό σήμαινε ότι οι νόμοι της αγοράς τοποθετήθηκαν υπεράνω των νόμων του κράτους. Και υιοθέτησαν νέες προσεγγίσεις της πολιτικής –διακυβέρνηση, κοινωνία των πολιτών – που ουσιαστικά επιβεβαιώνουν την επιβολή της αγοράς επί του κράτους.
Η αποδυνάμωση του κράτους στο νέο περιβάλλον από τις δυνάμεις της αγοράς ουσιαστικά διαφοροποίησε και τη λειτουργία των κομμάτων ως φορέων της πολιτικής. Υιοθέτησαν και αυτά την αρχή της αυτορύθμισης στα πλαίσια μιας πολιτικής αγοράς που λειτουργεί με τους νόμους της οικονομικής αγοράς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της υιοθέτησης της λογικής της αυτορύθμισης των κομμάτων αποτελεί η άρνησή τους να δεχθούν έλεγχο των οικονομικών τους ούτε καν για την κρατική χορηγία. Το επιχείρημα που προβάλλουν είναι πως τα κόμματα έχουν δικαίωμα να αυτορυθμίζονται.
Η πολιτική και η οικονομική ολιγαρχία λοιπόν επιζητούν την αποδεσμευσή τους από τους περιορισμούς των νόμων του κράτους και επιδιώκουν την αυτορύθμισή τους. Στην πράξη επιλέγουν να λειτουργούν με βάση τους συσχετισμούς δύναμης Και όχι με βάση την εξουσία του κράτους.
Σε αυτά τα πλαίσια και «η πνευματική ολιγαρχία» επιδιώκει την αυτορύθμισή της στα πλαίσια μιας εκπαιδευτικής αγοράς με βάση τους νόμους της οικονομικής και πολιτικής αγοράς.
Η αυτορύθμιση του πανεπιστημίου υποδηλώνει και την αποδέσμευσή του από το ασφυκτικό κλοιό της κρατικής εξουσίας και παράλληλα την αυτορύθμισή του σύμφωνα με τους νόμους της οικονομικής αγοράς.
Οι φορείς της οικονομίας , της πολιτικής και του πνεύματος θέλουν να αυτορυθμίζονται με βάση τους νόμους της αγοράς. Και στη συνέχεια οι αυτο-ρυθμιζόμενοι χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία για να μετατρέψουν τη βούλησή τους σε νόμο με καθολική ισχύ επί της κοινωνίας.

Το άλλο συγκεκριμένο
Δηλαδή η δική τους αυτορύθμιση αποκτά νόημα μόνο σε σχέση με την ετερο- ρύθμιση της κοινωνίας. Ή διαφορετικά η δική τους ελευθερία αποκτά νόημα χάρη στη δική μας υποταγή. Ή θέλουν εκείνοι μόνο να αυτορυθμίζονται και όχι η κοινωνία, θέλουν μόνο εκείνοι να είναι ελεύθεροι και όχι ο κάθε πολίτης.
Αυτή ακριβώς είναι η ολιγαρχική λογική. Οι λίγοι να είναι ελεύθεροι σε βάρος των πολλών. Οι λίγοι να απολαμβάνουν πλούτο, προνόμια και εξουσία συντηρώντας την υποδούλωση της κοινωνίας., αποστολή της οποίας είναι να συντηρεί τους ολιγάρχες.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό: Γιατί να μην αυτορυθμίζεται η κοινωνία και οι ολιγαρχικοί να είναι υποχρεωμένοι να εκτελούν τις εντολές του κοινωνικού συνόλου;
Γιατί η ελευθερία των λίγων είναι πιο σημαντική από την ελευθερία των πολλών;
Το αίτημα: αυτορύθμιση της κοινωνίας

Οι αυτορυθμιζόμενοι λοιπόν καλά κάνουν και προωθούν την αυτονομία τους σε βάρος της κοινωνίας. Αυτό επιβάλλει το ολιγαρχικό τους συμφέρον. Γιατί όμως οι πολίτες να συναινούν στην προώθηση του ολιγαρχικού συμφέροντος; Και στην παρούσα φάση προώθηση του κοινωνικου συμφέροντος σημαίνει έλεγχος της κοινωνίας σε κάθε "επίδοξο αυτορυθμιζόμενο": οικονομία, κόμματα, πανεπιστήμιο. Γιατί; Όλοι αυτοί υπάρχουν γιατί υπάρχει η κοινωνία.Και οφείλουν να ενεργούν με τρόπο που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της κοινωνίας και εξυπηρετεί το κοινωνικό σύμφερον και όχι το αγοραίο. Σε αντίθετη περίπτωση ο πολίτης θα υποβαθμιστεί σε απλό καταναλωτή των οικονομικών, πολιτικών και πνευματικών τους προϊόντων ή υπό-προϊόντων.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

GCE: Επιτέλους, γλυτώσαμε από τους σωτήρες της εκπαίδευσης!!!

Από το Μάρτιο του 2008 συζητείται το θέμα εισδοχής των φοιτητών με κριτήριο τα GCE. Και μετα από ένα χρόνο συζητήσεων, διαλόγου, συγκρούσεων, αναστάτωσης ανοίχτηκε μια τρύπα στο νέρο. Η αποθέωση της αναποτελεσματικότητας ή της βλακείας.
Στον έναν αυτό χρόνο
-έκαναν διάλογο χωρίς να γίνεται διάλογος
-βρήκαν λύσεις που τελικά δεν ήταν λύσεις
-προβάλλονταν αρχές που συνιστούσαν εκπόρνευση καλόηχων λέξεων
-εξασφαλιζόταν πολιτική και κοινωνική συναίνεση χωρίς να έχει εξασφαλιστεί
-άλλοι συμφωνούσαν ενώ διαφωνούσαν και άλλοι διαφωνούσαν ενώ συμφωνούσαν
Το Υπουργικό Συμβούλιο λοιπόν υιοθέτησε μια πρόταση (13/5/2009) που κατέθεσε στη Βουλή με τη μορφή του κατεπείγοντος για αναστολή ενός χρόνου στην εισδοχή στα κρατικά πανεπιστήμια με κριτήριο τα GCE.
Η βουλή αποφάσισε (14/5/2009 )ότι δεν είναι κατεπείγον το θέμα και το παρέπεμψε για μελέτη.
Ποια είναι η κατάσταση αυτή τη στιγμή;
Όπως ήταν ακριβώς και το Μάρτιο του 2008. Δηλαδή το Πανεπίστημιο να έχει τη δυνατότητα –αφού δεν ψηφίστηκαν οι κανονισμοί – να αποφασίσει από μόνο του, αν θα εισάξει φοιτητές με κριτήρια τα GCE.
Και η ΟΕΛΜΕΚ να πανηγυρίζει γιατί δεν άλλαξε τίποτε απολύτως σε σχέση με τις επιδίωξεις της, αφού το πανεπίστημιο Κύπρου δεν αναθεώρησε την απόφασή του!!!
Και ο ΔΗΣΥ στη Βουλή να μην ψηφίζει την προώθηση κανονισμών ώστε το πανεπίστημιο Κύπρου να έχει τη δυνατότητα να εισάξει φοιτητές με τα GCE και η Κίνηση Καθηγητών ΑΛΛΑΓΗ (πρόσκειται στο ΔΗΣΥ), που βρισκόταν σε σύγκρουση με τους ομογάλακτους κομματικούς κομισάριους, συγχαίρει το ΔΗΣΥ για τη στάση του!!!
Και ο Γ. Ομήρου της ΕΔΕΚ με κάθε σοβαρότητα να προειδοποιεί το πανεπίστημιο Κύπρου, πως αν τολμήσει να εισάξει φοιτητές με τα GCE, τότε θα καταθέσει πρόταση νόμου με τη οποία θα του αφαιρεί αυτό το δικαίωμα!!! Και ποιος θα υποστηρίξει στη βουλή την πρότασή σου κ. Ομήρου; Έχεις συναίσθηση της πραγματικότητας; Και αν το πανεπίστημιο πάρει την απόφασή του τον Ιούλιο, που κλείνει η βουλή, τι θα κάνεις κ. Ομήρου;

Ο Υπουργός Παιδείας δεν καταλαβαίνει τίποτε. Γι αυτό και δε σχολιάζω.
Σε αυτό τον τόπο οι πολιτικοί έχουν πάρει διαζύγιο από τη λογική ή και η λογική έχει μεταναστεύσει σε άλλους τόπους.
Ποιο είναι το θετικό; Το γεγονός ότι, έστω παροδικά, η κοινωνία και ιδιαίτερα οι μαθητές θα γλυτώσουν από τους σωτήρες τους!!!


Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Η εκπόρνευση των λέξεων ως μέθοδος εξαπάτησης

Η διαμάχη που ταλανίζει για ένα σχεδόν χρόνο την κυπριακή κοινωνία σχετικά με το θέμα εισδοχής στο πανεπιστήμιο Κύπρου φοιτητών με κριτήρια τα GCE, ανέδειξε και την απάτη ως μέσο επιβολής στην κοινωνία. Κυρίαρχο στοιχείο της απάτης είναι η εκπόρνευση των λέξεων.
Μερικά παραδείγματα:
1.Οι εκπρόσωποι του πανεπιστημίου επικαλούνταν την αυτονομία τους. Δηλαδή το δικαίωμα να αυτοκαθορίζονται, οι ίδιοι να αποφασίζουνκαι όχι κάποιος άλλος για κείνους. Τελικά φαίνεται εκ των πραγμάτων ότι η αυτονομία ουδόλως τους απασχολεί. Και αφού εκχώρησαν τις παγκύπριες εξετάσεις στο Υπουργείο Παιδείας με νόμο της βουλής, τώρα είναι έτοιμοι να εκχωρήσουν την αυτονομία τους πάλι στη βουλή, δηλαδή οι βουλευτές να αποφασίζουν για το ποσοστό και τα κριτήρια εισδοχής των ειδικών κατηγοριών. Ποια αυτονομία λοιπόν επικαλούνται; Την αυτονομία του να μην είναι αυτόνομοι;
2.Όλοι προβάλλουν το διάλογο ως μέσο επίλυσης διαφορών. Τι σημαίνει διάλογος; Ισότιμη ανταλλαγή απόψεων με σκοπό την ανεύρεση της αλήθειας ή εν προκειμένω του κοινού συμφέροντος. Η έννοια του διαλόγου έχει διακωμωδηθεί πολλαπλώς. Αρχικά από το πανεπιστήμιο που αφού αποφάσισε, καλούσε τους αντιδρούντες σε διάλογο!!! Αυτό συνιστούσε την αποθέωση της γελοιοποίησης του διαλόγου αφού αυτονόητα αυτός διεξάγεται πρίν τη λήψη της απόφασης και όχι μετά. Στη συνέχεια ο διάλογος διακωμωδήθηκε από τον Υπουργό Παιδείας. Αυτός θεώρησε ότι ο διάλογος συνιστά η ανατροπή των συσχετισμών δύναμης υπέρ των θέσεών του. Έτσι ο διάλογος μετατρέπεται σε παρασκηνιακό μέσο για να πείσεις κάποιες ηγεσίες να αλλάξουν θέση και όχι ως μέσο επιχειρηματολογίας με σκοπό την πειθώ. Και επειδή ακριβώς δεν έγινε διάλογος, όλοι προτείνουν μεσολαβητικές λύσεις για συνέχιση του διαλόγου!!!
3.Μια τρίτη διάσταση είναι η λεγόμενη «πολιτική και κοινωνική συναίνεση» που επικαλείται ο Υπουργός Παιδείας. Γιατί πολιτική συναίνεση; Επειδή συμφωνεί το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ, λέει. Αυτό δεν είναι πολιτική συναίνεση αλλά συναινεση της κομματικής πλειοψηφίας στη βουλή!!! Αν οι εκάστοτε αποφάσεις της κομματικής πλειοψηφίας στη βουλή εξέφραζαν το κοινό μας καλό ή το κοινωνικό συμφέρον, δηλαδή ήταν και πολιτικά ορθές , τότε η κοινωνία μας δεν θα είχε κανένα πρόβλημα!!! Φυσικά οΥπουργός ταυτίζει το πολιτικό με το κομματικό στη σκέψη του ως ένας γνήσιος εκπρόσωπος της πολιτικής ολιγαρχίας. Το πολιτικό όμως ταυτίζεται με το κοινο συμφέρον και αυτό δεν ταυτίζεται κατ΄ ανάγκη με το κομματικό.
Ακόμα,λέει ο Υπουργός, πως εξασφάλισε και κοινωνκή συναίνεση. Δηλαδή συμφωνούν μαζί του οι εκπρόσωποι των οργανωμένων γονέων και μαθητών.Και τι σημαίνει αυτό; Ότι οι οργανωμένοι γονείς εκφράζουν το συμφέρον όλων των γονέων και μαθητών; Τους ρώτησαν και αυτή είναι η θέση του συνόλου; Ή μήπως επειδή οι συγκεκριμένες οργανώσεις είναι κομματοκρατούμενες, πήραν σχετικές εντολές και συναίνεσαν; Διαφορετικά: είναι αστείο οι κομματικές ηγεσίες να συζητούν με τους υποτακτικούς τους και να το ονομάζουν κοινωνική συναίνεση!!!


Η πολιτική ολιγαρχία είναι αδίστακτη στην προώθηση των κομματικών επιλογών. Και προκειμένου να εξαπατήσει την κοινωνία χρησιμοποιεί καλόηχες λέξεις, τις οποίες έχει εκπορνεύσει, για να υπηρετήσει το συμφέρον της και όχι το κοινωνικό συμφέρον. Και το πράττει αυτό για να καλύψει τα ανομολόγητα σχέδιά της. Γιατί φοβάται να πει την αλήθεια, γιατί προτιμά το σκοτάδι των διαδρόμων και του παρασκηνίου. Σε τελική ανάλυση επιχειρηματολογείς άφοβα όταν είσαι σίγουρός ότι η πρότασή σου είναι πρός το συμφέρον της κοινωνίας. Διαφορετικά μεθοδεύεις και εκπορνεύεις τις λέξεις, αφού η εξουσία σου παρέχει τη δυνατότητα να τους αποδίδεις όποιο περιεχόμενο επιθυμείς.

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

GCE: οι μεταλλάξεις του ιού ή η μεσολαβητο-λαγνεία ως μέθοδος εξαπάτησης

Η μεσολαβητο-λαγνεία
Ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού υπέβαλε μεσολαβητική πρόταση στην ΟΕΛΜΕΚ στις 7/5/2009 για να ξεπεραστεί το πρόβλημα που δημιούργησε ο ίδιος, ο ΔΗΣΥ, το ΑΚΕΛ και το Πανεπιστήμιο Κύπρου!!! Οι πάντες τώρα θα επιδοθούν σε μεσολαβητο-λαγνεία ώστε να αναδείξουν την αδιαλλαξία του αντιπάλου, της ΟΕΛΜΕΚ, και να την ενοχοποιήσουν στα μάτια της κοινωνίας. Αυτές τις ευγενείς μεθόδους γνωρίζουν και προωθούν οι ολιγαρχικοί όπου γης.
Δεν έχει σημασία αν αυτο-γελοιοποιούνται, αφού οι ίδιοι λίγες μέρες προηγουμένως με τη δέουσα μελέτη και σοβαρότητα υιοθέτησαν άλλη μεσολαβητική πρόταση!!!Και πριν ένα χρόνο είχαν υιοθέτησει άλλη πρόταση. Το δόγμα τους είναι « ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»!!!Και τον σκοπό ποιος τον αγιάζει; Οι ίδιοι φυσικά και όχι ο θεός ή ο κυρίαρχος λαός.
Η πρωτοτυπία του μεσολαβητικού υπουργικού εγχειρήματος
Όσοι διεκδικούν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο Κύπρο με τις αγγλικές εξετάσεις GCE
χωρίζονται σε δυο κατηγορίες ανάλογα με τη σχολή που διεκδικούν να φοιτήσουν:όσοι διεκδικούν θέση στα νομικά, παιδαγωγικά και φιλολογικά θα πρέπει να παρακάθονται στις Παγκύπριες εξετάσεις στο μάθημα των Νέων Ελληνικών με επιτυχία.
Στις άλλες σχολές του Πανεπιστημίου Κύπρου θα πρέπει να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό πολύς καλής γνώσης της ελληνικής γλώσσας με διαδικασίες που καθορίζει το ίδιο το πανεπιστήμιο.
Οι μεταλλάξεις του ιού
Μέχρι τώρα είχαμε το πρόβλημα με τη δημιουργία δύο συστημάτων πρόσβασης: παγκύπριες και GCE . Τώρα δημιουργούνται πρόσθετα προβλήματα. Με κριτήριο την ελληνική γλώσσα διαχωρίζονται οι σχολές του πανεπιστημίου καθώς και οι υποψήφιοι που διεκδικούν τις θέσεις με τα GCE.
Ένα παράδειγμα ή η πιστοποίηση της ανικανότητάς τους
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος θέλει να διεκδικήσει θέση στο τμήμα Αγγλικών σπουδών του πανεπιστημίου Κύπρου. Τι γνώσεις ελληνικής γλώσσας πρέπει να κατέχει;
1.Αν διεκδικεί θέση με τις παγκύπριες εξετάσεις, τότε θα εξεταστεί στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, όπως όλοι οι υποψήφιοι όλων των σχολών.
2. Αν διεκδικεί θέση με τα GCE, τότε θα πρέπει να εξασφαλίσει ένα πιστοποιητικό πολύ καλής γνώσης της ελληνικής γλώσσας με διαδικασίες που θα καθορίσει το ίδιο το πανεπιστήμιο.
3. Αν είναι Τουρκοκύπριος μπορεί να διεκδικήσει θέση χωρίς γνώση της ελληνικής γλώσσας.
Και το δούλεμα του πολίτη από τους ολιγαρχικούς
Τρεις Κύπριοι πολίτες σε ένα τμήμα του πανεπιστημίου με τρία διαφορετικά επίπεδα δοκιμασίας στην ελληνική γλώσσα. Για τον ένα δεν απαιτείται καμία γνώση της ελληνικής, για τον άλλο μια απλή πιστοποίηση και για τον τρίτο η δοκιμασία μιας εξέτασης.
Τελικά γιατί αυτή διάκριση; Χρειάζεται ή δε χρειάζεται η κατοχή της ελληνικής γλώσσας; Και αν δε χρειάζεται, τότε γιατί για μια μερίδα είναι προαπαιτούμενο και μάλιστα σε διαφορετικό βαθμό;
Υπάρχει πρόβλημα ίσης μεταχείρισης των πολιτών αυτού του τόπου από την πολιτεία και το πανεπιστήμιο Κύπρο;

Η πολιτική διάσταση
Το πρόβλημα λοιπόν είναι κατεξοχήν πολιτικό και αφορά το μέλλον του τόπου. Πιο πολύ το πρόβλημα αφορά μεθοδεύσεις και αναζητήσεις της πολιτικής και οικονομικής και πανεπιστημιακής ολιγαρχίας στον καθορισμό του χαρακτήρα και της ταυτότητας του πανεπιστημίου και της κοινωνίας ολόκληρης. Και ως τέτοιο πρέπει να αντικρυστεί και όχι με τις κενολογίες και αερολογίες του Υπουργού Παιδείας, του ΑΚΕΛ, του ΔΗΣΥ και του Πανεπιστημίου Κύπρου.Οι τέσσερις «συνωμότες» να μιλήσουν με επιχειρήματα στους πολίτες.Και όχι να προωθούν ρυθμίσεις από το παράθυρο ενώ έχουν άλλα πίσω από το μυαλό τους.
Σεβασμός στο μαθητή
Και με σεβασμό στο μαθητή,δηλαδή τουλάχιστον να γνωρίζει έγκαιρα τους όρους πρόσβασης για να πάρει τις αποφάσεις του. Και όχι όπως τώρα που επιχειρείται την τελευταία στιγμή να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για κάποιους. Μέχρι το 2006 η οποιαδήποτε αλλαγή έπρεπε να ανακοινώνεται τρία χρόνια προηγουμένως ώστε να κατοχυρώνεται η ίση μεταχείριση των μαθητών. Αυτοί λοιπόν που έμπρακτα δεν επιδεικνύουν κανένα σεβασμό στο μαθητή, μιλούν για «ομηρία των μαθητών»!!! Είναι πραγματικά αδίστακτοι στην προώθηση των ολιγαρχικών και ανομολόγητων στοχεύσεών τους.
Επίλογος
Οι αναφορές του Γ. Γρ. του ΑΚΕΛ για «λύση ανάγκης» ή του Υπουργού Παιδείας «για λύση σε ένα πρόβλημα που εκκρεμούσε» δεν είναι καθόλου πειστικές. Το πρόβλημα οι ίδιοι το δημιούργησαν και οφείλουν να έχουν το θάρρος και την εντιμότητα να αναλάβουν την πολιτική ευθύνη για τις επιλογές τους. Και να μάθουν να μην εξαπατούν τους πολίτες με διάφορες μεθοδεύσεις ούτε και να κρύβονται πίσω από τη σύγκλητο του πανεπιστημίου. ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΟΛΥΔΙΑΦΗΜΙΣΜΈΝΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΦΑΙΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ που τελικά πωλείται με το κομμάτι!!!

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Το θέμα των GCE, η ομαδική συγκίνηση και ο νεο-συντηρητισμός του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ

Είδα απόψε τις ειδήσεις και συγκινήθηκα. Ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού της κυβέρνησης Δ. Χριστόφια, ο Γ.Γ. του ΑΚΕΛ Α. Κυπριανού, ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ Ν. Αναστασιάδης και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου να «κλαίνε και να οδυρόνται» σε θαυμαστή συγχορδία για τους «καημένους» τους μαθητές , που η «κακή» ΟΕΛΜΕΚ έθεσε σε ομηρία με την «ατομική βόμβα» που έριξε για αποχή από τις παγκύπριες εξέτασεις στο μάθημα των Νέων Ελληνικών!!!
Χωρίς καμία συνεννόηση και τελείως αυθόρμητα και οι τέσσερις «θρηνούσαν» για την ομηρία των μαθητών . Τόση έγνοια για τους μαθητές, τόση αγωνία, τέτοια κραυγή απόγνωσης δεν ξανάδα.

Εντάξει, ρε, επάλιωσε το παραμύθι σας. Όποιος εργαζόμενος πάει να σηκώσει κεφάλι- δίκαια ή άδικα - η επωδός είναι η ίδια: να μην πλήττονται οι άλλοι πολίτες!!!Με τέτοια νεοσυντηρητικά παραμύθια κατάφεραν να στρέφουν τη μια ομάδα πολιτών εναντίον της άλλης και οι ίδιοι να κάμνουν τους επιδιαιτητές, ενώ είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για την κοινωνική αναταραχή. Εμάθαν καλά τη συνταγή από τους Εγγλέζους!!!

Προσωπικά δε συμφωνώ με την ΟΕΛΜΕΚ αλλά οι άλλοι τέσσερις «συνωμότες» με αηδιάζουν για την υποκρισία τους.
Και για να είμαι συναινετικός και με θέσεις εισηγούμαι τα ακόλουθα ως συνέχεια της πρότασης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού:
1.Ο κάθε Κύπριος πολίτης μπορεί να ακολουθεί όποιο σύστημα εκπαίδευσης ( αγγλικό, γαλλικό, ελληνικό τουρκικό, αρμενικό, ιταλικό,μιξ , άτυπο)επιθυμεί και με αυτό θα μπορεί να εισέρχεται στο πανεπιστήμιο Κύπρου.
2.Ανάλογα με τον αριθμό αιτήσεων στο πανεπιστήμιο, θα καθορίζεται το ποσοστό για την κάθε κατηγορία.
3.Κοινή γλώσσα του πανεπιστημίου η Αγγλική. Έτσι θα υποβοηθηθεί και η δημιουργία της νέας μας εθνικής ταυτότητας.
4.Το δημόσιο λύκειο καταργείται και το απολυτήριο λυκείου δε συνιστά προϋπόθεση γαι εισδοχή. Προϋπόθεση αποτελεί μόνο το "απολύτηριο" γυμνασίου με το οποίο ολοκληρώνεται η υποχρεωτική δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση.
5. Οι μαθητές μπορούν να φοιτούν σε ιδιωτικά φροντιστήρια και να παίρνουν GCE για εισδοχή στο πανεπιστήμιο, όπως προβλέπεται και με την τωρινή απόφαση.
6. Θα υπάρχει μια ειδική κατηγορία εισδοχής με διαδικασίες πιστοποίησης για όσους επιλέγουν να μην ακολουθούν κανένα από τα γνωστά τυπικά συστήματα εκπαίδευσης.
7. Το Τσιάκαλο να τον στείλετε αμέσως πίσω στην Ελλάδα. Τα Αναλυτικά Προγράμματα είναι αχρείαστα λόγω έλλειψης πελατών να ακολουθήσουν το συγκεκριμένο μοντέλο.
8. Ιδρύονται ειδικές σχολές φύλαξης μαθητών ή παιδικές χαρές και προσλαμβάνονται παιδο-νόμοι.Όλοι οι εκπαιδευτικοί των λυκείων απολύονται.

Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

Επαναφορά συστηρών πειθαρχικών μέτρων στη Βρετανία ή "αυτοί που εξόρυξαν τα μάτια των ανθρώπων τους μέμφονται γιατί είναι τυφλοί"

Σύμφωνα με τη είδηση που δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στις 16/4/2009 η βρετανική κυβέρνηση ενισχύει τις πειθαρχικές εξουσίες των καθηγητών και προωθεί την επιβολή οικονομικών κυρώσεων στους γονείς προκειμένου να καταπολεμήσει τη βίαιη συμπεριφορά των μαθητών.
Ποιο είναι το πρόβλημα;
Οι μαθητές , λένε, δεν πειθαρχούν στο εκπαιδευτικό σύστημα, δηλαδή το αμφισβητούν. Ποιος φταίει; Ο μαθητής λένε, γι αυτό και θα πρέπει να ενισχυθεί η εξουσία του εκπαιδευτικού να επιβάλλει τιμωρίες, ώστε ο μαθητής να γίνει υπάκουος.
Ποιος φταίει; Οι γονείς, λένε, γιατί αδιαφορούν για τα παιδιά τους. Γι αυτό αν τιμωρούνται με οικονομικά πρόστιμα – αφαίρεση εισοδήματος – θα εξαναγκαστούν να ενδιαφερτούν.
Φυσικά οι λάτρεις των τιμωριών και των προστίμων δε μας λένε κάτι απλό. Δηλαδή αν τα παιδιά που έχουν παραβατική συμπεριφορά προέρχονται από φτωχά κοινωνικά στρώματα, αν τους αφαιρέσω εισόδημα, δηλαδή τους κάνω φτωχότερους, το πρόβλημα θα λυθεί; Δηλαδή αν η παραβατική συμπεριφορά συνδέεται με την κακή οικονομική κατάσταση του γονιού, αν την χειροτερέψω το πρόβλημα θα λυθεί;
Έτσι αρχίζουν οι παραλογισμοί στην εκπαίδευση. Δεν αναζητούν τα αίτια αλλά επικεντρώνονται στο ορατό, το αποτέλεσμα. Και προβάλλονται θέσεις και παίρνονται μέτρα που αντί να εξαλείψουν το αίτιο της παραβατικής συμπεριφοράς, το εντείνουν ώστε το πρόβλημα να μεγαλώσει!!! Φυσικά οι εξουσιαστές το γνωρίζουν, δεν είναι βλάκες.Αλλά το συγκεκριμένο χρόνο τους συμφέρει ποικιλότροπα η βία γιατί νομιμοποιούν την εξουσία τους. Και φροντίζουν να τη συντηρούν στην πράξη, ενώ στα λόγια την καταράζονται!!! Ο θύτης ενοχοποιεί το θύμα ή όπως γράφει και ο John Milton (1642 ) «αυτοί που εξόρυξαν τα μάτια των ανθρώπων τους μέμφονται γιατί είναι τυφλοί»

Ακόμα αυτή προσέγγιση είναι και ανήθικη. Ποιος ευθύνεται για την παραβατική συμπεριφορά; Το παιδί και ο γονιός.
Καλά, το εκπαιδευτικό σύστημα είναι τέλειο, η εκπαιδευτική πολιτική ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας, οι εκπαιδευτικοί ανταποκρίνονται στις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών;
Το δόγμα τους είναι σαφές: πάντοτε φταίνε οι κάτω και ποτέ οι πάνω. Πάντοτε τιμωρούνται οι κάτω και ποτέ οι πάνω. Οι λίγοι είναι οι αθώοι μόνιμα και οι πολλοί μονίμως ένοχοι!!! Η εξουσία είναι αλάνθαστη και ο πολίτης αμαθής.
Άντε, όπου νάναι τα μέτρα θα καταφθάσουν και στην Κύπρο μέσω των ειδικών!!! Από τη μητρόπολη της διανόησης στις αποικίες της περιφέρειας!!!