Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Αρχιεπισκοπική εγκύκλιος για την ελληνορθόδοξη παιδεία: από το νεφελώδες παρελθόν στις σαφείς επιδιώξεις του παρόντος

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος σε εγκύκλιό του που διαβάστηκε σε όλες τις εκκλησίες την Κυριακή της Ορθοδοξίας (8/3/2009) αναφέρτηκε και πάλι στα θέματα της παιδείας. Στην εγκύκλιο αναφέρονται τα γνωστά:
«Στην ελληνορθόδοξη παιδεία μας οφείλουμε την επιβίωσή μας και τη διατήρηση της ταυτότητάς μας στους ανελέητους χρόνους της δουλείας» και «οφείλουμε να μην αλλοιώσουμε το χαρακτήρα της παιδείας μας» και καταλήγει με την ελπίδα πως η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση «δεν θα αποστεί από τις βασικές αρχές της ελληνορθόδοξης παράδοσης».
Και αυτή η παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου θέτει τρία ζητήματα: το πρώτο είναι ιστορικό, δηλαδή η συμβολή της ελληνορθόδοξης παιδείας στην επιβιώση στο παρελθόν του κυπριακού ελληνισμού, το δεύτερο είναι η συντήρηση της ελληνορθόδοξης παιδείας στο παρόν και το τρίτο είναι η δυνατότητα του Αχιεπισκόπου να παραμβαίνει στα της εκπαίδευσης των πολιτών μιας κοινωνίας. Δηλαδή στις αναφορές του Αρχιεπισκόπου εμπεριέχεται μια ιστορική, μια εκπαιδευτική και μια πολιτική διάσταση, παρόλο που αλληλοσυμπλέκονται σε έναν γιατί αφορούν μια κοινωνία.
Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, δηλαδή τη συμβολή της ελληνορθόδοξης παιδείας στην επιβιώση των υποδούλων, δεν έχω την απαιτούμενη γνώση για να δώσω απαντήσεις. Ίσως αν ο Αρχιεπίσκοπος όριζε το περιεχόμενο της ελληνορθόδοξης παιδείας, να ήταν δυνατόν να γίνει διάλογος. Πάντως, μαζική τυπική εκπαίδευση με την τωρινή έννοια δεν υπήρχε στα χρόνια της δουλείας.
Σε σχέση με τη συντήρηση της ελληνορθόδοξης παιδείας στο παρόν μάλλον δεν υπάρχει πρόβλημα με τους άλλους φορείς εξουσίας. Γιατί και η Επιτροπή για τα αναλυτικά προγράμματα αναφέρει πως «τα παιδιά της ελληνοκυπριακής κοινότητας ενισχύοναι για να διαμορφώσουν αυτόνομα και με αυτοπεποίθηση την ταυτότητά τους (εθνική, θρησκευτική, πολιτισμική)». Ο δε Υπουργός Παιδείας ανέφερε στις 31/1/2009:
«Οι τρεις ιεράρχες προσφέρουν ένα μοντέλο ζωής που προσδιορίζεται από τον ελληνικό ορθό λόγο, τη χριστιανική αγάπη και αλληλεγγύη, μια θεωρία για μεταλαμπάδευση αυτού του μοντέλου στους νέους.Υπέδειξε ότι η διδασκαλία και το παράδειγμα τους εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα , συμπληρώνοντας ότι «χρειαζόμαστε την αγάπη και την αλληλεγγύη του χριστιανισμού για να διατηρήσουμε την κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη».
Όλοι λοιπόν οι φορείς της εξουσίας ανεπιφύλακτα στηρίζουν τη ελληνορθόδοξη παιδεία. Την υιοθετούν φυσικά γιατί τα λόγια είναι του αέρα. Το γνωρίζουν και γι αυτό ακριβώς ερίζουν, γιατί το ζητούμενο είναι ποιο περιεχόμενο αποδίδεις σε αυτή την ελληνορθόδοξη παιδεία. Αλλά όλοι υιοθετούν την ελληνοχριστινιακή ιδεολογία της εκπαίδευσης, έστω σε επίπεδο διακηρύξεων.
Η πιο σημαντική διάσταση είναι η πολιτική, δηλαδή η απαίτηση του Αρχιεπισκόπου να είναι συνδιαμορφωτής της εκπαιδευτικής πολιτικής του κράτους. Αυτή η απαίτηση είναι νόμιμη; Όχι, γιατί το Σύνταγμα καθόρισε τους διαφορετικούς και διακριτούς ρόλους του κράτους και της εκκλησίας. Επομένως ο Αρχιεπισκόπος με βάση το Σύνταγμα δεν έχει κανένα ρόλο να διαδραματίσει στα της δημόσιας εκπαίδευσης.
Τότε γιατί ο Αρχιεπίσκοπος επιμένει να παρεμβαίνει στα της εκπαίδευσης;
Γιατί απέκτησε μετά το 1960 μια κάποιας μορφής νομιμότητα, δηλαδή στηριγμένος όχι στο νόμο αλλά στη δύναμη και στην πρακτική που νομιμοποιούσε την παρέμβασή του.
Ο πρώτος παράγοντας που προσέδωσε κάποιας μορφής νομιμοποίηση στον Αρχιεπίσκοπο να παρεμβαίνει στα της δημόσιας εκπαίδευσης ήταν η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ ως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας ως το 1977.
Ο δεύτερος ήταν η πρακτική που ακολουθήθηκε μετά το θάνατό του. Οι πολιτικές δυνάμεις αποδέχτηκαν και νομιμοποίησαν ο Αχιεπίσκοπος να έχει λόγο στο παρασκήνιο και στο προσκήνιο και εκτός των επίσημων κρατικών θεσμών στο διορισμό του εκάστοτε Υπουργού Παιδείας και στην ακολουθητέα εκπαιδευτική πολιτική. Αυτή η πρακτική ακαολουθήθηκε ως την εκλογή Χριστόφια στην εξουσία. Τότε αμφισβητήθηκε η δυνατότητα του Αρχιεπισκόπου να έχει λόγο στο διορισμό του Υπουργού Παιδείας. Δεν αμφισβητήθηκε ακόμα το να έχει λόγο στην εκπαιδευτική πολιτική.
Τι υποδηλώνει στο παρόν στάδιο η εγκύκλιος του Αρχιεπισκόπου;
Ο Αρχιεπίσκοπος ως εκπρόσωπος της θρησκευτικής εξουσίας, ως ιερατείο, και με τη χρήση της οικονομικής και επικοινωνιακής δύναμης που διαθέτει, παρεμβαίνει για να καθορίσει ή να επηρεάσει κατά το συμφέρον του το περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Δηλαδή η σύγκρουση που έχει αναφυεί είναι ανάμεσα στους ολιγαρχικούς και επικεντρώνεται στο ποιος θα επιδράσει «στις ψυχές και τις συνειδήσεις των νέων» κατά το δικό του συμφέρον. Και οι μεν χρησιμοποιούν την πολιτική εξουσία και ο δε τη θρησκευτική εξουσία και τη δύναμη.
Ποιο είναι το πολιτικό πρόβλημα σήμερα; Το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα αποσπάται σταδιακά από τους θεσμούς του κράτους και επιτρέπει οι αποφάσεις να λαμβάνονται στις παρυφές του με βάση τους συσχετισμούς δύναμης. Δηλαδή η κομματική λογική που εκλαμβάνει την πολιτική ως σύνθεση των συμφερόντων με βάση τους συσχετισμούς δύναμης, ευνοεί και νομιμοποιεί στον παρόντα χρόνο τις όποιες παρεμβάσεις του Αρχιεπισκόπου.
Αυτό το γνωρίζουν και τα κόμματα και ο Αρχιεπίσκοπος . Γι αυτό και ανταγωνίζονται χωρίς κανένας να τολμά να θέσει θεσμικά το πρόβλημα. Και η μη θεσμική ρύθμιση του θέματος επιτρέπει στην οικονομική, πολιτική και θρησκευτική ολιγαρχία να ανταγωνίζεται ποιος θα κατέχει την κοινωνία. Ιδεολογικά δηλαδή οι «εικονικοί» αντίπαλοι ταυτίζονται γιατί κοινός «εχθρός» είναι η κοινωνία, μια κοινωνία που θεσμικά πρέπει να παραμείνει στο περιθώριο, ώστε να μπορούν οι πάνω να διατηρούν την εξουσία, τον πλούτο και τα προνόμιά τους.
Η εγκύκλιος του Αρχιεπισκόπου είναι επικίνδυνη για τους πολίτες και την κοινωνία γιατί ένας εξωθεσμικός παράγοντας αποπειράται να αποφασίσει κατά τη δική του βούληση, ως δύναμη κατοχής της κοινωνία, και χωρίς καμία αρμοδιότητα το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, μια εκπαίδευσης που είναι αναπόσπαστα δεμένη με την ελεύθερη οντότητα του ανθρώπου. Το θρησκευτικό ιερατείο δεν έχει κανένα απολύτως δικαίωμα να παρεμβαίνει στα της πολιτείας. Ο ρόλος του είναι να «θεραπεύει» τους πολίτες που επιθυμούν εντός του ναού. Και γι αυτή την απαράδεκτη κατάσταση αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η κομματική ολιγαρχία που εκχώρησε ερήμην του λαού άτυπες αρμοδιότητες στον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο και τις συντηρεί ως τις μέρες μας εξωθεσμικά.
Και μια επιλογική απορία: πότε ο ελληνισμός είχε ιερατείο που καθόριζε τα της εκπαίδευσης των νέων; Δηλαδή πόσο ελληνική ή ανθελληνική είναι η στάση του Αρχιεπισκόπου;

Με την εκπόρνευση των λέξεων δε σώζεται ούτε ο τόπος ούτε η εκπαίδευση!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: